Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Φιλόλογος, απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, με διδακτική εμπειρία και μεταδοτικότητα, παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε μαθητές Δημοτικού-Γυμνασίου-Λυκείου. Κατόπιν συνεννόησης παραδίδονται και μαθήματα σε γκρουπ. Τιμές πολύ λογικές. Προτιμώνται οι περιοχές γύρω από το κέντρο.
Τηλ.: 6978077416
e-mail: filologos.in.athens@gmail.com

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

ΤΑ ΧΥΔΗΝ ΦΟΡΤΙΑ ΕΠΙΒΑΤΩΝ, 1750-1870

Ο όρος «χύδην φορτία επιβατών» περιγράφει διάφορα είδη εμπορίου, όπως τη μεταφορά ανθρώπων-σκλάβων, μεταναστών, καταδίκων, υπηρετών και εργατών συμβεβλημένης εργασίας, τα οποία ήταν εξαιρετικά σημαντικά κατά την περίοδο 1750-1870. Η εργασία αυτή αναφέρεται κυρίως στη βρετανική ανάμιξη στα χύδην φορτία επιβατών, αφού η Βρετανία ήταν ο μεγαλύτερος μεταφορέας σ’ όλα τα είδη μεταφοράς ανθρώπων, όπως στο εμπόριο σκλάβων, στη μεταφορά καταδίκων, καθώς και στη μεταφορά στρατευμάτων. Ακόμη η Βρετανία αποτελούσε την κυριότερη πηγή μεταναστών για τη βόρεια Ευρώπη και την Αυστραλία. Παρακάτω θα εξεταστούν: 1) τα κοινά χαρακτηριστικά των διαφόρων ειδών αυτού του εμπορίου, 2) το μέγεθος του εμπορίου και ο τρόπος ανάπτυξης, 3) τα ειδικά λειτουργικά και οργανωτικά προβλήματα που δημιουργούνται από τη μεταφορά των ανθρώπινων φορτίων και 4)η σημασία των διαφόρων ειδών εμπορίου μέσα στο πλαίσιο των πολυσύνθετων διεθνών ναυτιλιακών μεταβολών.

Τα χύδην φορτία έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: πρώτον τα φορτία διακινούνται σε μεγάλη κλίμακα, δεύτερον περιλαμβάνουν τη μεταφορά μεγάλου όγκου και σχετικά μικρής αξίας προϊόντων και τρίτον ένα είδος φορτίου καταλαμβάνει όλα τα αμπάρια του πλοίου. Το κύριο μέρος του φορτίου για το ταξίδι αποτελούσαν οι επιβάτες, οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονταν ως μεμονωμένα άτομα αλλά απλά ως φορτία. Μάλιστα δεν θεωρούνταν ένα εύκολο φορτίο και συχνά αντιπροσώπευαν ένα φορτίο που αποτελούσε την τελευταία επιλογή και ιδιαίτερα οι καπετάνιοι το αντιμετώπιζαν ως πηγή εκνευρισμού και δυσαρέσκειας. Αρκετές φορές μάλιστα αντιμετωπίζονταν ως φορτία κατώτερου είδους. Ως επιβεβαίωση αυτής της άποψης έρχεται το γεγονός ότι η αδιαφορία των φορτωτών προς τους επιβάτες τους μετριαζόταν μόνο από οικονομικούς παράγοντες και συγκεκριμένα μόνο από τη στιγμή της πληρωμής. Γι’ αυτό η υγεία και η μοίρα των επιβατών που πλήρωναν το εισιτήριο κατά την επιβίβασή τους ήταν λιγότερο εξασφαλισμένες απ’ αυτές των επιβατών που πλήρωναν το εισιτήριό τους κατά την αποβίβαση. Όμως η απάνθρωπη συμπεριφορά αποδίδεται και σε φυλετικούς και ηθικούς λόγους, δηλαδή οι μαύροι σκλάβοι θεωρούνταν υποδεέστερο είδος και οι κατάδικοι άτομα χωρίς πολιτικά δικαιώματα εξαιτίας των κοινωνικών και ηθικών παραπτωμάτων τους. Ωστόσο οι περισσότεροι επιβάτες ανέχονταν αναγκαστικά αυτή τη συμπεριφορά αφού ήταν αδύναμοι επειδή ήταν είτε δέσμιοι, όπως οι σκλάβοι ή οι κατάδικοι, είτε σχεδόν δέσμιοι, όπως οι συμβεβλημένοι με εργασία ή απλά φτωχοί, όπως η πλειοψηφία των μεταναστών, στερούμενοι κοινωνικής θέσης και διαπραγματευτικής δύναμης.

Οι απαρχές των χύδην φορτίων επιβατών ανάγονται στην ανακάλυψη της Αμερικής από την Ευρώπη και στην ταχεία ίδρυση αποικιών και έχουν ως αποτέλεσμα την εποίκιση των νέων εκτάσεων, την επέκταση της πρωτογενούς παραγωγής και την ανάπτυξη νέων θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών. Πρώτο και μεγαλύτερο εμπόριο ήταν το σκλαβεμπόριο του Ατλαντικού που διενεργείτο από το 15ο έως το 19ο αιώνα. Η βρετανική συμμετοχή αρχίζει το 1562 και εξελίσσεται σταδιακά έτσι ώστε προς το τέλος του 19ου αιώνα με ποσοστό μεγαλύτερο του 70% στο σύνολο του βρετανικού εμπορίου σκλάβων, το Λίβερπουλ αναδείχθηκε σε πρώτο λιμάνι τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Δεύτερο είδος εμπορίου είναι η μεταφορά καταδίκων, αρχικά προς την Αμερική, κατά τη διάρκεια των χρόνων της ανακάλυψης της, και αργότερα προς την Αυστραλία, η οποία μετά την ανεξαρτησία της Αμερικής έγινε ο νέος τόπος εκτοπισμού των καταδίκων. Στη Βρετανία η μεταφορά καταδίκων άρχισε το 17ο αιώνα. Στην ουσία όμως διευρύνθηκε μετά τη θέσπιση του Νόμου για τις Μεταφορές του 1717, ο οποίος καθιστούσε τη μεταφορά μια απλή νομική πράξη. Σχεδόν όλοι μετέβαιναν στις αποικίες της ενδοχώρας της βόρειας Αμερικής και λίγοι αποβιβάζονταν στην Καραϊβική. Σε περίοδο 75 χρόνων πραγματοποιήθηκαν περίπου 500 ταξίδια. Παράλληλα με τη ροή καταδίκων διενεργήθηκαν και άλλα είδη εμπορίου με δεσμευμένους, αν όχι δέσμιους, επιβάτες, όπως η μεταφορά συμβεβλημένων υπηρετών, καθώς και των «εξαγορασμένων», που ήταν επιβάτες που προορίζονταν για υποτελείς. Επιπλέον από το 17ο αι. ως το 1860 η Βρετανία και η Ιρλανδία αποτελούσαν τις βασικές πηγές προσφοράς, αφού από αυτές εκπορεύονταν τα δύο τρίτα του αριθμού των μεταναστών. Το υπόλοιπο ποσοστό υπολογίζεται ότι προερχόταν, κατά κύριο λόγο από τη Γερμανία. Ωστόσο κατά τις δεκαετίες του 1840 και του 1850, τα αμερικανικά πλοία εμπλέκονταν στα δύο τρίτα των αναχωρήσεων μεταναστευτικών πλοίων. Αντίθετα τα βρετανικά πλοία εξαιτίας των Νόμων της Ναυσιπλοϊας παρέμειναν απασχολημένα στο μεταναστευτικό κύμα προς τις βρετανικές αποικίες της βόρειας Αμερικής μέχρι το 1849. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1830, η βρετανική μετανάστευση προς αυτές τις αποικίες υπερέβη ελαφρά αυτή προς των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι αποικίες δέχτηκαν ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα από τη μεγάλη άνθηση των δεκαετιών 1840 και 1835, όπου οι μετανάστες ανήλθαν στις 400.000 ενώ μεταξύ του 1836 και 1860 σχεδόν στις 800.000. Η μετανάστευση προς τη Αυστραλία ήταν συνολικά μικρότερης κλίμακας, μέχρι τα μέσα του αιώνα. Οι ελεύθεροι μετανάστες άρχισαν να αυξάνονται σταδιακά με την εισαγωγή του επιδοτούμενου επιβατηγού νομοσχεδίου και ο αριθμός τους εκτινάχθηκε ραγδαία με τον πυρετό του χρυσού.

Τελευταίο είδος αυτού του εμπορίου ήταν η μεταφορά συμβεβλημένων ή ντόπιων εργατών από την Ινδία προς τον Μαυρίκιο και τις Δυτικές Ινδίες. Ο πρώτος νόμος που επέτρεπε αυτή τη μετανάστευση ψηφίστηκε το 1839. Αρχικά, προσφέρθηκε ένα σύστημα αμοιβών ως κίνητρο για τους φορτωτές όμως από το 1843, το κυριότερο μέρος του εμπορίου διευθυνόταν από κυβερνητικούς αξιωματούχους Μετανάστευσης.

Το εμπόριο επιβατών του 18ου και του 19ου αι. διαφοροποιούνται σε δύο επιπλέον σημεία. Το πρώτο αφορά στη θεσμοθέτηση ρυθμίσεων και στη δημιουργία των πρώτων τακτικών γραμμών στο χύδην εμπόριο επιβατών των αρχών του 19ου αιώνα. Το δεύτερο σημείο αφορά στην εντυπωσιακή αύξηση του μεγέθους των πλοίων, που σημειώθηκε από τις αρχές του 19ου αι., και μάλιστα στον διπλασιασμό του μεγέθους τους συγκριτικά με αυτό των πλοίων του 18ου αι.

Η ζήτηση για θαλάσσια μεταφορά μεγάλου αριθμού ατόμων δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην οργάνωση και τη λειτουργία. Οι επιβάτες δεν μπορούσαν να στοιβαχτούν, γι’ αυτό απαιτούνταν υπηρεσίες που να εξυπηρετούν τις στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες. Οι υπεύθυνοι για την οργάνωση του εμπορίου ποικίλαν. Για το εμπόριο σκλάβων υπεύθυνος ήταν ο καπετάνιος, για το εμπόριο καταδίκων προς την Αμερική, ορισμένοι εργολάβοι, συχνά εφοπλιστές, και για τη μεταφορά στην Αυστραλία την εποπτεία είχε η κυβέρνηση μέσω του Βασιλικού Ναυτικού και των Ιατρικών Επιθεωρητών.

Για την προπαρασκευή του ταξιδιού, οι κύριες προετοιμασίες αφορούσαν στη συγκέντρωση του φορτίου, προκειμένου να αποφευχθεί το κόστος των υπερημεριών, στην προετοιμασία του πλοίου και στην εξασφάλιση των προμηθειών. Το πρόβλημα της συγκέντρωσης του φορτίου αφορούσε κυρίως στο εμπόριο σκλάβων, αλλά και το μεταναστευτικό εμπόριο. Οι μετανάστες ως εκούσιοι επιβάτες συνεννοούνταν κατευθείαν με τους φορτωτές. Επίσης την οργάνωση των φορτίων επιβατών αναλάμβαναν μεσάζοντες, πράκτορες μετανάστευσης και μεσίτες. Η διαμόρφωση του χώρου παραμονής των επιβατών ήταν πάντα προσωρινή, και γινόταν με πρόχειρες κατασκευές κουκετών, τοποθετήσεις σκαλωσιών, πρόχειρων καταστρωμάτων, τουαλετών και μαγειρείων. Για τους επιβάτες με χαμηλό εισιτήριο ο χώρος παραμονής ήταν το αμπάρι. Για τη μεταφορά καταδικών απαιτούνταν βαριές πόρτες με σιδερένια κιγκλιδώματα, έτσι ώστε να διαχωρίζονται οι κατηγορίες των φυλακισμένων. Και ακόμη στα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού απαιτούνταν ειδικός εξοπλισμός, που συναρμολογούνταν και αφαιρούνταν γρήγορα.

Η τροφοδότηση του πλοίου με φαγητό και νερό έφερνε προβλήματα στους φορτωτές, αφού αντιπροσώπευε το κόστος σε αντίθεση με τους επιβάτες που αντιπροσώπευαν το εισόδημα. Επίσης οι προμήθειες καταλάμβαναν χώρο, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά επιπλέον επιβατών. Στον πρώτο Νόμο των Επιβατών του 1803 αναφέρονται λεπτομέρειες για το νερό και το φαγητό που έπρεπε να προσφέρει το πλοίο.

Όταν ολοκληρωνόταν η επιβίβαση και άρχιζε το ταξίδι ανέκυπταν προβλήματα υγείας, οργάνωσης και πειθαρχίας. Τα προβλήματα υγείας ήταν τα κρισιμότερα. Εκτός απ’ τη ναυτία, εμφανίζονταν αρρώστιες και μεταδοτικές νόσοι. Σε κάθε ταξίδι οι αρρώστιες ήταν ενδημικές και ένας αριθμός θανάτων αποτελούσε τον κανόνα. Οι καπετάνιοι πολλές φορές αντιμετώπιζαν αυτά τα προβλήματα είτε με ανευθυνότητα, είτε με βαρβαρότητα και σαδισμό. Όταν οι φορτωτές πληρώνονταν προκαταβολικά, η κατάσταση ήταν από τις χειρότερες, ενώ όταν πληρώνονταν μετά το ταξίδι υπήρχε ένα δυνατό κίνητρο για τη διαφύλαξη του φορτίου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Το πρόβλημα της υγείας ήταν απόρροια του συνωστισμού, του κακού εξαερισμού, της κακής και λιγοστής διατροφής, της ελλιπούς άσκησης, της ελλιπούς ιατρικής φροντίδας και των ανθυγιεινών συνθηκών διαβίωσης (σε πηγές αναφέρεται η ύπαρξη υπαίθριων αποχωρητηρίων στο κατάστρωμα). Για το πρόβλημα του εξαερισμού δεν προσφερόταν καμία πραγματική λύση, καθώς η δυσοσμία και η μολυσμένη ατμόσφαιρα ήταν οι αναπόφευκτες συνέπειες του περιορισμού εκατοντάδων ανθρώπων κάτω από το κατάστρωμα. Ως λύσεις κατέφευγαν στη μετακίνηση της μπουκαπόρτας, στη διάνοιξη τρυπών στα πλάγια του σκάφους, από όπου, όμως, έμπαινε και νερό, και στη χρησιμοποίηση των ιστίων για την αύξηση της κυκλοφορίας του αέρα. Όσον αφορά τη διατροφή, ήταν ανεπαρκής και περιοριζόταν σε ψωμί και αλατισμένες τροφές. Ωστόσο οι γιατροί των πλοίων δεν συνέβαλαν στη βελτίωση της κατάστασης. Μόνο κατά το τέλος του 18ου αι. εφαρμόστηκαν στο εμπόριο καταδίκων απολύμανση με καπνό, κρασί και ξίδι, καθώς και η χρήση εσπεριδοειδών ως αντισκορβουτικών.

Οι καπετάνιοι θεωρούσαν θέμα μεγαλύτερης σημασίας την τήρηση των διαταγών και για τη δική τους ασφάλεια συχνά οπλοφορούσαν. Οι κλασικές μέθοδοι τιμωρίας της απειθαρχίας ήταν το μαστίγωμα, η απομόνωση και ο περιορισμός με διπλή σειρά αλυσίδων. Η βίαιη εξέγερση αποτελούσε μία ακραία και εξαιρετικά σπάνια μορφή αναταραχής. Ουσιαστικά, οι καπετάνιοι των μεταναστευτικών πλοίων είχαν να αντιπαλέψουν τη γκρίνια, τη δυσαρέσκεια και τους διαπληκτισμούς των επιβατών, καταστάσεις που εύκολα αντιμετωπίζονταν με χειροδικία. Πολλές φορές αναστάτωση προκαλούσε η γυναικεία παρουσία, καθώς οι συνθήκες διαβίωσης ευνοούσαν την ασυδοσία και την ανηθικότητα, που κυριαρχούσε πάντα μεταξύ των επιβατών. Έτσι σημειώθηκαν αρκετά περιστατικά βιασμών, καθώς και μετεξέλιξη πλοίου σε κινητό πορνείο. Η αντιμετώπιση αυτού του σεξουαλικού προβλήματος ποίκιλε από την αποδοχή του ως αναπόφευκτου μέχρι τις προσπάθειες χαλιναγώγησης του και τη βίαιη τιμωρία των μελών του πληρώματος που κρίνονταν ένοχοι.

Όταν έφταναν στον προορισμό τους οι καπετάνιοι ανακουφίζονταν που θα απαλλαγόντουσαν από αυτό το προβληματικό φορτίο. Σε κάποια είδη φορτίων, όπως στο εμπόριο σκλάβων, στο εμπόριο καταδίκων προς τις αμερικανικές αποικίες και μερικές φορές στο εμπόριο υπηρετών, η αξία του φορτίου έπρεπε να ρευστοποιηθεί μέσω της πώλησης του, είτε μέσω πρακτόρων, είτε μέσω δημοπρασίας. Πάντως, μετά την εκφόρτωση των επιβατών, η προσοχή των φορτωτών στρέφονταν στο ταξίδι της επιστροφής.

Η συμβολή του χύδην εμπορίου επιβατών απέβη ιδιαίτερα σημαντική για ορισμένους ειδικούς τομείς, και πιο συγκεκριμένα αυτούς που αφορούν στην ανάπτυξη της εξειδίκευσης και στην κυβερνητική παρέμβαση στη ναυτιλία. Μέχρι το τέλος του 19ου αι. το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς εμπορίου και της ναυτιλιακής κίνησης είχε διμερή χαρακτήρα. Κάθε πλοίο απέπλεε από το λιμάνι εκκίνησης προς έναν προορισμό και από εκεί επέστρεφε στο λιμάνι της πρώτης αναχώρησης. Σπάνια ισοσταθμίζονταν η σπουδαιότητα και ο όγκος φορτίου στα δύο μέρη του εμπορίου, συνήθως το ένα σκέλος ήταν το κύριο και το άλλο το δευτερεύον. Κατά το 18ο και το 19ο αι. το εμπόριο της Ευρώπης με τον υπόλοιπο κόσμο χαρακτηριζόταν από μία ανισομέρεια. Ο όγκος των εισαγωγών της Ευρώπης σε βασικά αγαθά υπερέβαινε τον όγκο των εξαγωγών και πολλά πλοία αναχωρούσαν από την Ευρώπη μερικώς ή πλήρως υπό έρμα. Έτσι οι επιβάτες αποτελούσαν ένα πρόσθετο φορτίο με βοηθητικό ρόλο. Ωστόσο σε μερικές περιπτώσεις οι επιβάτες αποτελούσαν το βασικό σκέλος του ταξιδιού. Ανεξάρτητα από αυτό, όμως, ήταν σύνηθες για τα εμπόρια επιβατών να συνδέονται άρρηκτα μ’ ένα εμπόριο προϊόντων. Το πρώτο εμπόριο επιβατών προς τις αποικίες της Αμερικής συνδέθηκε με τον καπνό, την ξυλεία και τα δασικά προϊόντα, το εμπόριο σκλάβων με τη ζάχαρη και τα άλλα προϊόντα της Καραϊβικής, η μετανάστευση προς τις ΗΠΑ με το βαμβάκι και προς τη βρετανική βόρεια Αμερική με την ξυλεία, και το εμπόριο προς την Αυστραλία συνδέθηκε βασικά με το μαλλί και το χαλκό.

Ως προς την οργάνωση του εμπορίου, κατά το 18ο και 19ο αι., πάρθηκαν περισσότερες αποφάσεις από τους φορτωτές και, καθώς αυτές έγιναν περισσότερο περίπλοκες, οδηγήθηκαν στην εξειδίκευση στη λειτουργία και στην αύξηση των μεσαζόντων. Υπάρχουν ενδείξεις τόσο για εξειδικευμένη χρήση των πλοίων, όσο και για εξειδικευμένους πλοιοκτήτες στο εμπόριο επιβατών. Ακόμη, ένας τομέας, στον οποίο το χύδην εμπόριο επιβατών άσκησε ιδιαίτερη επίδραση, ήταν αυτός της κρατικής παρέμβασης στη ναυτιλία για ζητήματα ασφάλειας και καλών συνθηκών διαβίωσης στα πλοία. Αφού αύξησε τους εγγενείς κινδύνους των θαλάσσιων ταξιδιών στους ωκεανούς---αυτούς της έλλειψης νερού και τροφοδοσίας--- όσο και τον κίνδυνο ασθενειών. Η δημοσιότητα σε συνδυασμό με τις τραγωδίες του εμπορίου επιβατών απέβησαν το πιο πειστικό διαπραγματευτικό όπλο επιρροής στην κυβέρνηση. Οι ναυτικές τραγωδίες ευαισθητοποιούσαν ιδιαίτερα την κοινή γνώμη και καθώς ο κίνδυνος θανάτου είχε γίνει αποδεκτός ως ένα αναπόδραστο στοιχείο της μοίρας των ναυτικών, οι δοκιμασίες των επιβατών προκαλούσαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Απόρροια των αντιδράσεων της κοινής γνώμης υπήρξε το γεγονός ότι λήφθηκαν για πρώτη φορά μέτρα για τις συνθήκες διαβίωσης και την ασφάλεια στο χύδην εμπόριο επιβατών, καθώς και κατοχυρώθηκε η προστασία των ναυτικών. Έτσι το 1788 θεσπίστηκε ο Νόμος του Ντόλμπιν, ο οποίος καθόρισε τον αριθμό των μεταφερόμενων σκλάβων σε συνάρτηση με τη χωρητικότητα του πλοίου. Το 1803, συστάθηκε η Επίλεκτη Επιτροπή για τη Μετανάστευση, η οποία συνέκρινε τις απαιτήσεις για τους σκλάβους με την έλλειψη προμηθειών στους μετανάστες. Τον ίδιο χρόνο θεσπίστηκε ο πρώτος από μία σειρά Νόμων για τους Επιβάτες. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η τήρηση των κανόνων, οι καπετάνιοι ήταν υποχρεωμένοι να προσκομίζουν ειδικά έγγραφα για την αξιοπλοϊα του πλοίου, και επίσης οι Τελωνειακές Αρχές στην ξηρά και οι Αρχές του Πολεμικού Ναυτικού στη θάλασσα έφεραν το δικαίωμα της επιθεώρησης. Η νομοθεσία για τους επιβάτες έθεσε ένα πρόγραμμα και ανέδειξε τα κύρια προβληματικά σημεία. Και επειδή τα προβλήματα συνέπεφταν με αυτά των ναυτικών, υπήρξε μία διαδικασία βελτίωσης της διαβίωσης τους. Το 1867, ο Νόμος για την Εμπορική Ναυτιλία περιείχε μέτρα για την υγεία, και τον ίδιο χρόνο έγιναν εισηγήσεις που αφορούσαν τη διατροφή. Περίπου στην αλλαγή του αιώνα οι συνθήκες για τους ναυτικούς είχαν βελτιωθεί σημαντικά. Η μέριμνα που επέδειξαν οι διάφορες κυβερνήσεις προς το χύδην εμπόριο επιβατών οδήγησε σε μία ευρεία μεταρρύθμιση.

Τέλος, το εμπόριο χύδην επιβατών, θεωρούμενο συνολικά καταλαμβάνει μία θέση τεράστιας σημασίας στη διεθνή ναυτιλιακή ανάπτυξη. Τα φορτία επιβατών συνεπάγονται επέκταση, οργανωτική πρόοδο και υιοθέτηση ενός νέου ρόλου από τις κυβερνήσεις.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ: ΙΣΤΙΟΦΟΡΑ ΚΑΙ ΑΤΜΟΠΛΟΙΑ

Εισαγωγή

Το παρακάτω κείμενο πραγματεύεται το θέμα των επαναστάσεων στις μεταφορές «Ιστιοφόρα και Ατμόπλοια». Αρχικά, θα γίνει μία περιγραφή του γενικού πλαισίου της εποχής στην οποία αναφέρεται το θέμα της εργασίας, δηλαδή του 19ου αιώνα και των γεγονότων που τον χαρακτήρισαν. Στον 19ο αιώνα εντοπίζουμε καίριες εξελίξεις, όπως η αλματώδη εκβιομηχάνιση της Δύσης, που είχε σαν αποτέλεσμα να εξαπλωθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη και τη Β. Αμερική και συγχρόνως η κυριαρχία της στον κόσμο. Αυτό γινόταν μέσω της βιομηχανικής επανάστασης, που δημιούργησε τα τεχνολογικά μέσα με τα οποία κυριάρχησε ο δυτικός κόσμος στον υπόλοιπο.
Ο 19ος αι., επίσης, χαρακτηρίστηκε από την μεγάλη ανάπτυξη του πληθυσμού και τη μετανάστευση σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Οι μετανάστες αποφάσιζαν να κατευθυνθούν προς την Αμερική κι αυτό γιατί η οικονομία εκεί άκμαζε ολοένα και πιο πολύ και λόγω των φθηνών εισιτηρίων για τον τόπο αυτό, π.χ. 1860-1930, 60.000.000 Ευρωπαίοι μετανάστευσαν για τις Η.Π.Α., τον Καναδά και την Λατινική Αμερική.
Συν τοις άλλοις, στον 19ο αι. παρατηρήθηκε μια παγκόσμια ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών και ακμή του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου. Το χαρακτηριστικό φαινόμενο του παγκοσμίου εμπορίου ήταν η ροή βιομηχανικών προϊόντων από την Ευρώπη προς τον υπόλοιπο κόσμο και η μεταφορά πρώτων υλών από τον υπόλοιπο κόσμο στην Ευρώπη, που ήταν το επίκεντρο του θαλάσσιου εμπορίου και είχε το μεγαλύτερο μέρος του παγκοσμίου στόλου.
Ο 19ος αι. παρέμεινε ο αιώνας των ιστιοφόρων. Τα ατμόπλοια εμφανίστηκαν την πρώτη δεκαετία του 19ου αι., παρ’ όλ’ αυτά χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1880 και αυτό λόγω των πολλών προβλημάτων τους στην χρήση. Έτσι χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες για να τελειοποιηθούν και να εκτοπίσουν τα ιστιοφόρα.
Οι δυσκολίες ήταν οι εξής: 1.Τα ξύλινα σκαριά τους δε μπορούσαν να κατασκευαστούν μεγαλύτερα των 120 μ. και δεν άντεχαν στους κραδασμούς και τις δονήσεις από τις ατμομηχανές, που ήταν τεραστίων διαστάσεων και έκαναν πολύ θόρυβο. Το πρόβλημα λύθηκε με τη χρήση του σίδερου. 2.Ένα άλλο πρόβλημα ήταν η ευαισθησία των πλευρικών τροχών και αντιμετωπίστηκε με την εφεύρεση της ελικοειδούς προπέλας. 3.Ακόμη, η αποθήκευση καυσίμων· οι πρώτες ατμομηχανές χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες κάρβουνου. Αυτό αντιμετωπίστηκε με τις σύνθετες ατμομηχανές διπλής και τριπλής εκτόνωσης. 4.Η μαγνητική πυξίδα σε σιδερένιο σκάφος ήταν άλλη μία δυσκολία, γιατί είχε σαν αποτέλεσμα την έλλειψη ασφάλειας του πλοίου. 5.Η διάβρωση των μεταλλικών σκαριών από τη θάλασσα. Η λύση του προβλήματος ήταν τα αντιδιαβρωτικά χρώματα (1870). 6.Η υγρασία των σκαριών με αποτέλεσμα την καταστροφή του φορτίου. Η λύση δόθηκε με τον εξαερισμό των αμπαριών. Έτσι, στις αρχές του 20ου αιώνα το εμπόριο διακινείτο πλέον με ατμόπλοια.

Η μετάβαση από το ιστιοφόρο στο ατμόπλοιο

Το αγγλικό εμπόριο, με τη διαρκή εξάπλωσή του σε παγκόσμια κλίμακα, βασίστηκε στη συνεχή τεχνολογική πρόοδο των μεταφορικών μέσων• δηλαδή η Αγγλία κυριάρχησε στη ναυπήγηση πλοίων λόγω της ικανότητας και της εφευρετικότητας των ναυπηγών μηχανικών, του φθηνού άνθρακα και της αποδοτικότητας της βιομηχανίας του σιδήρου. Εξαιτίας των προηγουμένων, θριάμβευσε ο ατμός και κατά συνέπεια, το ιστιοφόρο εκτοπίστηκε από το ατμόπλοιο.
Στην πραγματικότητα, η μετάβαση από τον άνεμο και το πανί στον ατμό και τη μηχανή με το σιδερένιο και ατσαλένιο φορτηγό ατμόπλοιο έγινε 3 δεκαετίες μετά το έτος 1850. Η χρήση του ιστιοφόρου πλοίου, κατά το β΄ μισό του 19ου αι., ήταν συνέπεια των νέων εξελίξεων στην κατασκευή του και προπάντων των μακρών και πολυέξοδων καθυστερήσεων πού ενέχονταν στην πρόοδο και στην υιοθέτηση μιας πιο αποδοτικής ατμομηχανής υψηλής πίεσης με λέβητες, συμπιεστές και προπέλες τόσες ώστε να είναι επαρκείς στα σιδερένια ατμόπλοια. Αυτό το εγχείρημα συνδυασμού των τριών προαναφερθέντων στοιχείων απαιτούσε μια εξαιρετικά πολύπλοκη μελέτη με σκοπό την οικονομική, γρήγορη και ασφαλή πλεύση για χιλιάδες μίλια.
Οι Βρετανοί δεν υπερτερούσαν από τους Αμερικανούς ή τις άλλες χώρες εξαιτίας της ικανότητας των ναυπηγών μηχανικών τους, αλλά γιατί βασίζονταν στη φτηνή ξυλεία. Αντίθετα, ο σίδηρος ήταν ένα πολύ καλύτερο υλικό για την πρόωση με προπέλα, διότι τα μεγάλα ταξίδια απαιτούσαν τη δύναμη και την ανθεκτικότητα ενός σιδερένιου σκάφους. Παρ’ όλη την υπεροχή του έναντι του ξύλου, ήταν ένα υλικό εξαιρετικά δύσχρηστο στα χέρια τεχνιτών που είχαν εκπαιδευτεί στη χρήση του ξύλου, γι’ αυτό από σίδηρο φτιάχνονταν μόνο επιβατηγά ιστιοφόρα και μικρά πειραματικά πολεμικά σκάφη.
Το εμπορικό ατμόπλοιο με προπέλα διένυε αποστάσεις σε μικρότερο χρόνο και με λιγότερο κόστος στη Μάγχη ή στη Μεσόγειο και προτιμούνταν από αυτό με τους πλευρικούς τροχούς ή από ιστιοφόρα. Από την άλλη, για μακρινά ταξίδια προτιμούσαν τα μεγάλα ξύλινα ιστιοφόρα και αυτό γιατί οι εμπορικοί άνεμοι και οι μουσώνες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα, με τελικό σκοπό τη πλεύση με όσο το δυνατό μειωμένο κόστος.
Το σιδερένιο ατμόπλοιο, εκτός του ότι έπλεε στους ωκεανούς ανεμπόδιστα, είχε δύο βασικά πλεονεκτήματα: α)ότι διέθετε χώρο για φορτίο πολύ περισσότερο απ’ το ξύλινο ιστιοφόρο του ίδιου μεγέθους και β)ότι εξασφάλιζε μεγαλύτερη ασφάλεια από τη φωτιά. Σε αντίθεση αυτών: α)δεν ανέπτυσσε την ίδια ταχύτητα με το ξύλινο ιστιοφόρο, λόγω της διάβρωσης των υφάλων του πλοίου και β)σε μακρινές αποστάσεις δεν μπορούσε να αναπτύξει τόση ταχύτητα όση το ξύλινο ιστιοφόρο με την επίστρωση χαλκού ή με άλλα πλοία με σιδερένια πλαίσια καλυμμένα από σανίδες δρυός ή τικ.
Λόγω των παραπάνω μειονεκτημάτων, το 1860-1870 έχουμε την πρόοδο του σιδερένιου πλοίου, ωστόσο η πλειοψηφία των πλοίων που κατασκευάζονταν ήταν ξύλινα ιστιοφόρα.

Η εξέλιξη του ιστιοφόρου, οι νέοι τύποι και η κυριαρχία του το 19ο αιώνα


Η δεκαετία του ΄50 αποτέλεσε τη βάση για την ανάδειξη του ιστίου καθώς πραγματοποιήθηκαν καθοριστικές αλλαγές. Σηματοδοτήθηκε, λοιπόν, μια νέα εποχή που θέλησε να διορθώσει τα κακώς κείμενα που μάστιζαν τη ναυσιπλοΐα. Απ’ τους αρχικούς στόχους της ήταν η ορθή εκπαίδευση και κατάρτιση των ναυτικών η οποία ολοκληρώθηκε με τη θέσπιση του Νόμου για τους Ναυτικούς της Εμπορικής Ναυτιλίας το 1844 και με την ίδρυση του Ναυτικού Τμήματος του Υπουργείου Εμπορίου το 1847. Μολαταύτα, ο σπουδαιότερος νόμος που θεσπίστηκε κατά την εποχή αυτή των μεταρρυθμίσεων, όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν αυτός της Εμπορικής Ναυτιλίας ή Νόμος του Μόρσωνος το 1854, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από το ’55. Αυτός, λοιπόν, αφορούσε τη χωρητικότητα των πλοίων και όριζε τον υπολογισμό της σε αυστηρά υπολογισμένη κυβική χωρητικότητα, όπου ένας κόρος ορίστηκε ως η μονάδα 100 κυβικών ποδών. Το γεγονός αυτό, βέβαια, αποκτά βαρύτητα καθώς γνωρίζουμε ότι ο αντίστοιχος νόμος του παρελθόντος, που ίσχυε απ’ το 1773, στηρίζονταν μόνο στο μήκος και στο πλάτος, ενώ το βάθος υποβαθμιζόταν, κάτι που οδήγησε στην κατασκευή επικίνδυνα ασταθή πλοίων, καθότι το βάθος ήταν δυσανάλογο σε σχέση με το πλάτος. Απώτερος στόχος βέβαια των επιχειρήσεων που αναλάμβαναν αυτές τις κατασκευές ήταν η εξοικονόμηση χρημάτων απ’ τους φόρους. Τα δυσμενή αποτελέσματα του παλαιότερου βρετανικού νόμου χωρητικότητας, που είχε εφαρμοσθεί και στην Αμερική, δεν είχαν αφήσει καμία κατηγορία εμπορικού πλοίου απαλλάξημη. Εντούτοις, υπήρξε ένας τύπος σκάφους όπου η επίδραση του νόμου δεν ήταν έτσι, τα καταστρεπτικά whalers.
Συγχρόνως με την απρόσμενη βελτίωση των φορτηγών ιστιοφόρων, κατασκευάστηκαν πλοία τύπου «κλίπερ» για τη διακίνηση συγκεκριμένων ειδών και τη μείωση του χρόνου σε συγκεκριμένες διαδρομές και πλοία από μαλακό ξύλο που το 1880 ανταγωνίζονταν τα ατμόπλοια, μεταφέροντας μεγάλο ποσοστό του εμπορίου μαλλιού.
Από την δεκαετία του 1850 και έπειτα ενώ το ατμόπλοιο είχε διεισδύσει στο υπερπόντιο εμπόριο με τη μεταφορά επιβατών και επιδοτούμενων ταχυδρομείων, το ιστιοφόρο διατήρησε την κυριαρχία στους ωκεανούς και αυτό λόγω της πτώσης της τιμής του ξύλου, της εφαρμογής του διαγώνιου πετσώματος που δεν επηρέαζε την ανθεκτικότητα του πλοίου και της αύξησης του χώρου αποθήκευσης.
Και μετά το 1869 με τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, το ιστιοφόρο παρέμεινε ένα από τα πιο οικονομικά μεταφορικά μέσα για τη μεταφορά χύδην φορτίων όπως ο σίδηρος, ο άνθρακας, η γιούτα και το ρύζι από την Ινδία και τη Βιρμανία, μαλλί από την Αυστραλία, λίπασμα νιτρικού άλατος από τη Χιλή και σιτάρι από τη Καλιφόρνια. Οι κυριότερες διαδρομές ενός ιστιοφόρου, εκτός της Κίνας , ήταν ο κόλπος της Βεγγάλης, οι ανατολικές Ινδίες, η νότια Αμερική και η Αυστραλία.
Το ιστιοφόρο, επιπλέον, ισχυροποίησε τη θέση του μέσω των καιρικών συνθηκών, διότι μπορούσε να ταξιδεύει με καταιγίδες, με εποχιακούς ανέμους και ρεύματα διανύοντας πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις από αυτές ενός ατμόπλοιου. Έτσι, διατήρησε τη θέση του μέσω της μελέτης της ωκεανογραφίας• τα ταξίδια δεν βασίζονταν πια στις εμπειρικές γνώσεις ή τις προσωπικές εμπειρίες αλλά σε μελέτες και σε χάρτες, χάρη στους James Rennell και M. F. Maury, που είχαν αποτυπώσει σε χάρτες τις διαδρομές με παρατηρήσεις των ανέμων και των ρευμάτων, τα μήκη των διαδρομών, τις θερμοκρασίες των ωκεανών και τα αποτελέσματα των μαγνητικών επιρροών στην πυξίδα. Επακόλουθο των παραπάνω ήταν η μείωση του χρόνου του ταξιδιού.
Στην ουσία, το ατμόπλοιο δεν ανταγωνίζονταν το εμπορικό ιστιοφόρο σε εμπορικές διαδρομές μεγάλων αποστάσεων, γιατί δε μπορούσε να ανταποκριθεί λόγω του τεράστιου χώρου που απαιτούσε ένα τέτοιο ταξίδι για την αποθήκευση του άνθρακα. Από την άλλη, η ολοένα και αυξανόμενη χρήση του ατμού είχε σαν αποτέλεσμα τη συνεχή δημιουργία ανθρακευτικών σταθμών ανά τον κόσμο, η οικονομική ατμομηχανή υψηλής πίεσης απέδειξε την ικανότητα του ατμόπλοιου και το ιστιοφόρο επιβίωσε μόνο ως μεταφορέας χύδην φορτίων σε μεγάλες φτηνές αποστάσεις.

Η εξέλιξη των ατμόπλοιων


Σε αντίθεση, όμως, μ’ αυτήν την ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στο ιστίο ήρθε η επόμενη δεκαετία, που κατά τη διάρκεια της αντικρίζουμε μια αξιοσημείωτη πρόοδο στη θαλάσσια τεχνολογία. Αναφερόμαστε, βεβαίως, στην εισαγωγή μιας σύνθετης δικύλινδρης μηχανής στα ατμόπλοια, η οποία αύξησε την πίεση του ατμού στους λέβητες από 5-10 lb των προηγούμενων χρόνων σε 50-60 lb. Πραγματοποιήθηκε δηλ. μια μείωση περίπου 60% στην κατανάλωση καυσίμων. Επίσης, το 1850 δημιουργήθηκε ο διεθνής ηλεκτρικός τηλέγραφος και αυτό χαρακτήρισε την αρχή μιας αγοράς παγκόσμιου φορτίου. Τα σκάφη μπορούσαν τώρα να κινηθούν από λιμάνι σε λιμάνι με μια ειδοποίηση της ημέρας ή της ώρας, να διαταχθούν για να ψάξουν για νέα φορτία και να απορρίψουν άλλα, ανάλογα με τις αγορές παγκόσμιων φορτίων. Ακόμη, το 1869 με τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ έγινε πιο σύντομη η διαδρομή στην Ινδία και την Άπω Ανατολή. Έτσι, η μείωση των καυσίμων σε συνδυασμό με τη διευκόλυνση και εγρήγορση των ταξιδιών που προκάλεσαν ο τηλέγραφος και η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, έπληξε ισχυρά τη ζωή του ιστιοφόρου.

Οι λόγοι που το ιστιοφόρο διατηρεί την κυριαρχία του


Ωστόσο, η καμπή αυτή των ιστιοφόρων αποδείχτηκε προσωρινή, καθώς το αυξανόμενο εμπόριο των φτηνών χύδην φορτίων και η βιομηχανική υπεροχή της Μεγάλης Βρετανίας, που θεμελιώθηκε σε μερικά κύρια εμπορεύματα (άνθρακα, σίδηρο, βαμβάκι και μάλλινα προϊόντα), ανέδειξε και πάλι την κυριαρχία του ιστίου. Ιδιαιτέρως σημαντική υπήρξε η εξαγωγή του άνθρακα προς τα λιμάνια του Ειρηνικού στη νότια Αμερική αλλά και προς τη νότια Αυστραλία και τα νησιά του Ειρηνικού, καθότι γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από ιστιοφόρα. Επίσης, η καταστροφή της αμερικάνικης εμπορικής ναυτιλίας απ’ τον Εμφύλιο Πόλεμο οδήγησε στην ανάπτυξη των βρετανικών ιστιοφόρων, τα οποία μονοπώλησαν σχεδόν την αποστολή μεγάλου όγκου σιτηρών στην Ευρώπη.
Συνεχίζοντας, παρατηρούμε πως ένα ακόμη στοιχείο που ευνόησε την υπεροχή των ιστιοφόρων απέναντι στα ατμόπλοια ήταν η επιτυχία καλύτερων ναύλων στο εμπόριο των μεγάλων αποστάσεων. Αν και μετά το 1874 σημειώθηκε μια κάμψη στη διακίνηση των φορτίων αλλά και στους ναύλους, η διάρκεια της δεν ήταν σημαντική και καθοριστική για να προκαλέσει σοβαρά πλήγματα στο εμπόριο.
Με το πέρασμα των χρόνων οι απαιτήσεις αυξήθηκαν και στην προσφορά χωρητικότητας των πλοίων. Αυτό οδήγησε στην κατασκευή ενός νέου και μεγαλύτερου σιδερένιου φορτηγού ιστιοφόρου, το 1874, με μεγάλη καρίνα, ατσαλένια κατάρτια και με τον πιο σύγχρονο εξοπλισμό. Γεγονός που βοήθησε στην εξοικονόμηση εργατικών χεριών αλλά και στην αύξηση της μεταφορικής τους ικανότητας.
Παρόλο, όμως, όλη αυτήν την εξέλιξη και βελτίωση στο χώρο των ιστιοφόρων, η διάρκεια της ισχύουσας θέσης τους άρχισε να φθίνει. Προς το τέλος, λοιπόν, της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της επόμενης παρουσιάζεται στα ατμόπλοια μια εξελιγμένη μηχανή πίεσης, η μηχανή τριπλής εκτόνωσης. Επίσης, αναπτύσσεται η δημιουργία ατσάλινων τοιχωμάτων και σωλήνων του λέβητα, κάτι που τα προηγούμενα χρόνια αποφεύγονταν σκόπιμα από τις εταιρίες, καθώς το ατσάλι αποτελούσε ένα πολυέξοδο υλικό σε σχέση με το φτηνό κατεργασμένο σίδηρο που χρησιμοποιούνταν.
Έτσι, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά στο τελικό στάδιο της δημιουργίας των εξελιγμένων ατμόπλοιων που κατάφεραν να εκτοπίσουν για πάντα τα ιστιοφόρα. Αυτά δούλευαν σε πίεση 130-150 lb, που από το 1887 έφταναν τα 200 lb. Με τη χρησιμοποίηση τους πραγματοποιήθηκε εξοικονόμηση στην κατανάλωση καυσίμων, στις επισκευές και δημιουργία επιπρόσθετου χώρου για φορτίο. Το πρώτο ατμόπλοιο με όλα αυτά τα δεδομένα ήταν το “Aberdeen” και ταξίδεψε το 1881.

Επίλογος

Κάνοντας μία ανασκόπηση της εργασίας γίνεται αντιληπτό ότι κατά τη διάρκεια των 19ου και 20ου αιώνα γίνεται χρήση και των ιστιοφόρων και των ατμόπλοιων. Και επίσης παρουσιάζεται ένας συνεχής αγώνας ανάδειξης και θεμελίωσης τους, κυρίως των ιστιοφόρων, μέσω της εξέλιξης τους, με τις παρεμβάσεις της τεχνολογίας, με σκοπό τη διατήρηση της κυριαρχίας τους. Όμως, τελικά, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα δημιουργήθηκαν εξελιγμένα ατμόπλοια που κατάφεραν να εκτοπίσουν για πάντα τα ιστιοφόρα.

Η Μυκηναϊκή Γραφή και Γλώσσα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κατά την αρχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας η ηπειρωτική Ελλάδα εισέρχεται σ' ένα πολιτισμικό στάδιο πολύ διαφορετικό από εκείνο της Μεσοελλαδικής εποχής. Από την πολιτιστική απομόνωση, την οικονομική ένδεια και τις απλές μορφές κοινωνικής διαχείρισης που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο, αναπτύσσεται ένας υψηλός πολιτισμός, ο οποίος θεωρείται εφάμιλλος του μινωικού. Ο πολιτισμός αυτός ονομάστηκε μυκηναϊκός από το σημαντικότερο κέντρο του, τις Μυκήνες.

Ήδη από τη μεταβατική περίοδο στην Ύστερη Χαλκοκρατία, κατά τη λεγόμενη «εποχή των λακκοειδών τάφων» εμφανίζονται στη Στερεά Ελλάδα νέα πολιτισμικά στοιχεία που προέρχονταν από το Μινωικό πολιτισμό. Οι κρητικές επιρροές παρατηρούνται κυρίως σε τομείς των τεχνών και εκδηλώνονται με τη μαζική εισαγωγή κρητικών έργων τέχνης αλλά και με τις τοπικές αντιγραφές τους. Κατά την ίδια περίοδο παρατηρείται μια διαρκώς αυξανόμενη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου, η οποία συνέβαλε στη δημιουργία μιας ισχυρής άρχουσας τάξης.

Η επιρροή του μινωικού πολιτισμού επεκτάθηκε κατόπιν και στην διαμόρφωση της μυκηναϊκής κοινωνίας, προσφέροντας συγκεκριμένα πρότυπα πολιτικής διαχείρισης. Οι Μυκηναίοι ηγεμόνες έχτισαν, όπως και οι Μινωίτες πολυτελή ανάκτορα, τα οποία εκτός από βασιλικές κατοικίες λειτουργούσαν και ως κέντρα της πολιτικής και της οικονομικής ζωής. Τα οικοδομήματα αυτά χτίζονταν συνήθως σε φυσικά οχυρωμένες ακροπόλεις και προστατεύονταν από ογκώδεις λίθινους περιβόλους. Μέσα στα όρια των ακροπόλεων χτίζονταν επίσης θρησκευτικά κέντρα, εργαστήρια και οι κατοικίες των σημαντικών προσώπων.

Μέσα από τα πανίσχυρα αυτά οχυρά οι Μυκηναίοι ηγεμόνες διοικούσαν μεγάλες περιφέρειες, οι οποίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους. Η διοίκηση ήταν οργανωμένη σε μια αυστηρά ιεραρχημένη βάση και διέθετε ειδικούς λειτουργούς για κάθε κρατική διαδικασία. Η αγροτική παραγωγή, η βιοτεχνία και το εμπόριο ελέγχονταν επίσης από τα ανάκτορα που έπαιζαν ένα μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα σε γεωργούς, εμπόρους και τεχνίτες. Την ασφάλεια του κράτους και των κρατικών θησαυρών προστάτευαν οργανωμένες στρατιωτικές δυνάμεις. Η ποικιλία του εξοπλισμού και η συχνή επανάληψη πολεμικών θεμάτων στην τέχνη, φανερώνουν ένα διάχυτο στρατιωτικό πνεύμα, το οποίο δείχνει ότι οι μυκηναϊκές ηγεμονίες αντιμετώπιζαν συνεχείς κινδύνους ή ότι ίσως είχαν και οι ίδιες επεκτατικές τάσεις.

Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Μυκηναίους γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ. σήμανε το τέλος της κυριαρχίας των Μινωιτών στη θάλασσα. Τα μυκηναϊκά κέντρα βγήκαν τότε οριστικά από την απομόνωση και ανέπτυξαν διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις με τις άλλες χώρες της Μεσογείου και της Βόρειας Ευρώπης. Οι πρώτες ύλες που εξασφάλισε το διεθνές εμπόριο έδωσαν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των τεχνών. Στους πέντε αιώνες της μυκηναϊκής ιστορίας σημειώθηκε θεαματική ανάπτυξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η οποία εξελίχθηκε υπό τις διαρκείς επιρροές της Μινωικής Κρήτης, αν όχι και υπό την καθοδήγηση Κρητών καλλιτεχνών. Παράλληλα με την καλλιέργεια των τεχνών, οι Μυκηναίοι δημιούργησαν και μεγαλόπνοα τεχνικά έργα συλλογικού χαρακτήρα, όπως το οδικό δίκτυο και τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα.

Μια τέτοια κρατική οργάνωση δε θα ήταν αρκετά αποτελεσματική χωρίς την ύπαρξη ενός καλά οργανωμένου γραφειοκρατικού συστήματος και κυρίως χωρίς συστηματική αρχειοθέτηση. Για να καλυφθούν οι ανάγκες αυτές, οι Μυκηναίοι επινόησαν ένα νέο τύπο συλλαβικής γραφής, τη Γραμμική Β’, εξελίσσοντας ένα παλαιότερο σύστημα μινωικής γραφής, έτσι ώστε να αποδίδεται καλύτερα η ελληνική γλώσσα. Τα μυκηναϊκά κείμενα, αν και απλά στη δομή τους -εφόσον περιείχαν μόνο καταγραφές του προσωπικού και των αγαθών που διακινούνταν στα ανάκτορα- παραδίδουν πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με άγνωστες πτυχές της ζωής των Μυκηναίων, συμπληρώνοντας με «ιστορικά» τεκμηριωμένα στοιχεία τις αρχαιολογικές μαρτυρίες.

Η συνδυασμένη ερμηνεία των γραπτών πηγών και των αρχαιολογικών δεδομένων υποδεικνύει τις στενές σχέσεις του μυκηναϊκού πολιτισμού με τον κόσμο της Αρχαιότητας, κυρίως με τον κόσμο των ομηρικών επών. Παρά τη χρονική διάσταση μεταξύ της Ύστερης Χαλκοκρατίας και της συγγραφής των επών, φαίνεται ότι οι μορφές του υλικού πολιτισμού, το κοινωνικό πλαίσιο και ο πολιτικός χάρτης που παραδίδoνται στον Όμηρο, ταιριάζουν καλύτερα στη Μυκηναϊκή εποχή, όπου η Ιλιάδα αντικατοπτρίζει την εποχή της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού, ενώ η Οδύσσεια το διάστημα της φθοράς του. Έτσι, σήμερα εικάζεται ότι τα γεγονότα, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις που πέρασαν μέσω του προφορικού λόγου στα ομηρικά έπη και στις μυθολογικές παραδόσεις της Αρχαιότητας δεν είναι παρά οι αναμνήσεις του μυκηναϊκού παρελθόντος.

Οι περίοδο στις οποίες θα αναφερθούμε είναι οι ακόλουθες:

ΥΣΤΕΡΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
1575 - 1050 π.Χ.

  • Υστεροελλαδική Ι (Μυκηναϊκή Ι) 1575-1500

> εποχή των λακκοειδών τάφων των Μυκηνών

  • Υστεροελλαδική ΙΙ (Μυκηναϊκή ΙΙ) 1500-1400

> εποχή διάδοσης των θολωτών τάφων

  • Υστεροελλαδική ΙΙΙ (Μυκηναϊκή ΙΙΙ) 1400-1050

> απόγειο Μυκηναϊκής δύναμης


Η Γραφή

Τα πρώτα συστήματα γραφής στο Αιγαίο συναντώνται στη Μινωική Κρήτη κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Το πρώτο είδος γραφής διασώζεται στο δίσκο της Φαιστού και ακολουθούν η Ιερογλυφική και η Γραμμική γραφή Α’. Η Γραμμική Β’ είναι η προσφορά των Μυκηναίων στα πνευματικά επιτεύγματα του προϊστορικού Αιγαίου.

Το 1952 ο αρχιτέκτονας Michael Ventris, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως αποκρυπτογράφος της αγγλικής αντικατασκοπίας κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, άρχισε με τη συνεργασία του φιλολόγου John Chadwick να φωτίζει το μυστήριο των εγγράφων πήλινων πινακίδων, που είχαν ανακαλυφθεί στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας (1600-1250 π.Χ.). Οι αργιλώδεις αυτές πινακίδες διατηρήθηκαν εξαιτίας ακριβώς των εμπρησμών, που είχαν καταστρέψει τα κτήρια.

Ο Ventris προέβει αρχικά σε μια λεπτομερή καταγραφή των σημείων, κατέστρωσε στατιστικούς πίνακες όπου σημειωνόταν η συχνότητα με την οποία εμφανίζονταν κάθε σημείο στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος της λέξης. Επίσης, εξέτασε τη συχνότητα με την οποία επανέρχονταν ένα σημείο σε συνδυασμό με άλλα. Βοηθούμενος από τα ιδεογράμματα κατέταξε τα σημεία σε διάφορες ομάδες και ανάλογα με τις παραλλαγές που παρουσίαζαν διέκρινε ότι υπάρχουν γένη, πτώσεις και αριθμοί. Τέλος, σχημάτισε μια «εσχάρα» όπου τα συλλαβογράμματα που αντιπροσώπευαν συλλαβές με ανά φωνήεν ή με ένα σύμφωνο και ένα φωνήεν είχαν τοποθετηθεί σε στήλες κάθετες, όσες είχαν το ίδιο φωνήεν, και σε στήλες οριζόντιες όσα συλλαβογράμματα είχαν το ίδιο σύμφωνο και διαφορετικό φωνήεν. Με τον τρόπο αυτό αποδόθηκε φωνητική αξία σε ορισμένα σημεία, τα οποία οδήγησαν στην αναγνώριση και άλλων συλλαβών, δημιουργώντας μια αλυσιδωτή συνέχεια ώστε να καταστεί τελικά δυνατή η αναγνώριση του κειμένου.[1]

Το 1953 ο Ventris μαζί με τον Chadwick δημοσίευσε τη μελέτη Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives (Ενδείξεις περί Ελληνικής Διαλέκτου στα Μυκηναϊκά Αρχεία). Λίγο μετά τον ξαφνικό θάνατο του, το 1956 δημοσιεύτηκε το βασικό έργο για τη μυκηναϊκή γραφή Documents in Mycenaean Greek (Έγγραφα στην-Μυκηναϊκή-Ελληνική-Γλώσσα).

Η Γραμμική Β’, που είναι μια εξέλιξη της Γραμμικής A’, δημιουργήθηκε μάλλον από την ανάγκη να συστηματοποιηθούν περισσότερο οι εμπορικές συναλλαγές και να οργανωθούν καλύτερα η αποθήκευση και η αρχειοθέτηση των αγαθών που διακινούνταν στα ανάκτορα. Οι γραπτές μαρτυρίες της Γραμμικής Β’ προέρχονται κυρίως από τις πινακίδες των ανακτορικών αρχείων της Πύλου, της Κνωσού και της Θήβας. Από την Πύλο προέρχονται περισσότερες από 1.000 πινακίδες και από την Κνωσό περισσότερες από 3.000. Λιγότερο πλούσια σε αρχειακά ευρήματα είναι τα ανάκτορα των Μυκηνών και της Τίρυνθας.

Τα κείμενα χαράζονταν επάνω σε πλάκες από άψητο πηλό με τη βοήθεια μιας γραφίδας που ήταν φτιαγμένη μάλλον από κόκαλο. Οι πινακίδες αυτές διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα τους σε σελιδόσχημες και φυλλόσχημες. Το γεγονός ότι έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα οφείλεται στο τυχαίο γεγονός ότι κατά την καταστροφή των ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. κάηκαν και μ' αυτόν τον τρόπο η μάζα τους στερεοποιήθηκε και έγινε πιο ανθεκτική στη φθορά. Οι πινακίδες βρίσκονται συχνά συγκεντρωμένες στους προθαλάμους των ανακτορικών αποθηκών. Στις Μυκήνες και στην Πύλο βρέθηκαν πήλινες πινακίδες σωριασμένες σε δωμάτια των ανακτόρων και άλλες μέσα σε πιθάρια τοποθετημένα σε ράφια. Στην Πύλο βρέθηκαν σε δωμάτιο πινακίδες με αναφορές σε στοιχεία απογραφής και στρατιωτικές στατιστικές. Συνάγεται λοιπόν ότι επρόκειτο για επίσημο κυβερνητικό αρχείο.[2] Ωστόσο βρέθηκαν και σε χώρους άσχετους με την επίσημη αρχειοθέτηση του κράτους, σε δωμάτια σπιτιών, αποδεικνύοντας ότι οι κάτοχοί τους ήταν εξοικειωμένοι με εμπορικές συναλλαγές για να τις χρησιμοποιούν, προφανώς ήταν ιδιωτικές οικίες εμπόρων.

Οι πινακίδες δεν περιλαμβάνουν φιλολογικά κείμενα, αλλά καταλόγους ονομάτων (ανθρωπονύμια, τοπωνύμια κτλ) και πραγμάτων (καταλόγους ή απλές μνείες προσωπικού, ζώων-γεννημάτων, γεωργικής παραγωγής, γαιοκτησίας-γαιοχρησίας, φόρων, θρησκευτικών προσφορών, υφαντών, δοχείων, επίπλων, μετάλλων, στρατιωτικού εξοπλισμού κτλ). Η γλώσσα των μυκηναϊκών επιγραφών είναι κατά βάση η ελληνική γλώσσα της εποχής εκείνης. Πρόκειται για μια αρχαϊκή ελληνική που συγγενεύει με την αρκαδο-κυπριακή διάλεκτο των ιστορικών χρόνων, παρουσιάζει κοινά στοιχεία με την ιωνική-αιολική, ενώ δεν έχει καμία σχέση με τη δωρική διάλεκτο.

Εκτός από τις πινακίδες η μυκηναϊκή γραφή συναντάται και στα ενεπίγραφα σφραγίσματα, πολλά από τα οποία έχουν βρεθεί στη μυκηναϊκή Καδμεία και στoυς ενεπίγραφους αμφορείς. Οι επιγραφές επάνω στα αγγεία αυτά είχαν γραφτεί με χρώμα πριν από το ψήσιμο των αγγείων και λειτουργούσαν ως ετικέτες, όπου αναγραφόταν το περιεχόμενο των αγγείων ή ο τόπος προέλευσης των προϊόντων. Συνολικά έχουν βρεθεί σ' όλο το Αιγαίο γύρω στους 140 αμφορείς αυτού του τύπου, σε θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως η Θήβα, η Ελευσίνα, η Τίρυνθα αλλά και σε κρητικές θέσεις, όπως η Κνωσός και τα Χανιά. Το διάστημα χρήσης τους τοποθετείται στο 14ο και το 13ο αιώνα π.Χ.

Η Γραμμική Β’ γραφόταν όπως και η Γραμμική Α’ από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στον σελιδόσχημο τύπο, όπου υπήρχε αρκετός χώρος για μακροσκελή κείμενα, οι επιφάνειες των πινακίδων χωρίζονταν σε τμήματα με οριζόντιες γραμμές. Συχνά διακρίνονταν και παράγραφοι που χωρίζονταν μεταξύ τους με κενές γραμμές. Η προσεκτικότερη μελέτη των πινακίδων έκανε δυνατή την αναγνώριση συγκεκριμένων γραφέων. Στις πινακίδες της Πύλου έχουν αναγνωριστεί τριάντα δύο γραφείς, ενώ στο ανάκτορο της Κνωσού οι γραφείς ανέρχονται στους εκατό.


Η Γλώσσα

Η ανακάλυψη των ενεπίγραφων πινακίδων στις ανασκαφές της Κνωσού πιστοποίησε την οργανωμένη χρήση ενός εξελιγμένου είδους γραφής που θεωρήθηκε αρχικά ότι εξέφραζε, όπως και οι προηγούμενες, μια προελληνική διάλεκτο. Η αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής Γραμμικής Β’ γραφής το 1953 από τους M. Ventris και J. Chadwick αποκάλυψε προς μεγάλη έκπληξη των ελληνιστών της εποχής ότι τα συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β’ σχημάτιζαν λέξεις της ελληνικής γλώσσας.

Η σταδιακή ανάγνωση πολλών κειμένων της γραφής αυτής αποκάλυψε ότι ο μυκηναϊκός κόσμος είναι τόσο από γλωσσική όσο και από πολιτιστική άποψη άρρηκτα δεμένος με την ελληνική Αρχαιότητα. Στα μυκηναϊκά κείμενα αναγνωρίστηκαν ελληνικά ονόματα προσώπων και θεοτήτων, ορισμένες από τις οποίες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού Δωδεκάθεου. Τα τοπωνύμια που συναντώνται στις πινακίδες βοήθησαν την ταύτιση πολλών μυκηναϊκών οικισμών με θέσεις που ήταν γνωστές από την ιστορική τοπογραφία. Τα επαγγέλματα, οι θεσμοί και η ιεραρχία της μυκηναϊκής κοινωνίας κυρίως του 13ου αιώνα π.Χ. φωτίζουν πλευρές της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, οι οποίες θα ήταν αδύνατο να προσεγγιστούν μόνο μέσω των αρχαιολογικών μαρτυριών.

Η μυκηναϊκή γλώσσα είναι η πρωιμότατη γνωστή ελληνική διάλεκτος και εμπεριέχει και αρκετά προελληνικά στοιχεία. Δεν παρουσιάζει πλήρη αντιστοιχία με καμία από τις μεταγενέστερες διαλέκτους, εμφανίζει ωστόσο τις περισσότερες ομοιότητες με την αρκαδοκυπριακή. Στο λεξιλόγιό της συναντώνται επίσης λέξεις με ελληνική ρίζα, οι οποίες όμως απουσιάζουν από την αρχαία ελληνική. Οι λέξεις αυτές πιστεύεται ότι εξαφανίστηκαν κατά τη Γεωμετρική και την Αρχαϊκή περίοδο.

Η σύνταξη των μυκηναϊκών κειμένων είναι πολύ δύσκολο να μελετηθεί, εφόσον τα κείμενα των πινακίδων είναι συνήθως απλοί κατάλογοι. Στοιχεία της συντακτικής δομής συναντώνται μόνο σε μια πινακίδα από την Πύλο, στην οποία μια χρονική πρόταση αρχίζει με o-te (όταν), ενώ σε άλλο σημείο χρησιμοποιείται η γνωστή από τα αρχαία ελληνικά αιτιατική της αναφοράς. Ο ενικός, ο πληθυντικός και ο δυικός αριθμός υφίστανται, συχνά όμως χρησιμοποιούνται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, επειδή σε όλες τις περιπτώσεις λειτουργούν ως επικεφαλίδες. Στα κείμενα παρατηρούνται συχνά και συντακτικές ανακολουθίες που οφείλονται στην επιγραμματική φύση των κειμένων ή σε απροσεξίες των γραφέων.[3]

Η σημασία των μυκηναϊκών κειμένων είναι εξαιρετική, όχι μόνο για τη γλωσσολογία και τη φιλολογία, αλλά και για άλλες επιστήμες (θρησκειολογία, εθνολογία, ιστορία, νομική κτλ). Η σπουδαιότητα των μυκηναϊκών επιγραφών για την επιστήμη της φιλολογίας:

1) Λέξεις που οι φιλόλογοι αντιμετώπισαν ως πλάσματα των αοιδών διαβάστηκαν με βεβαιότητα με βάση τη μυκηναϊκή ελληνική.

2) Ολόκληρα χωρία που θεωρούνταν παρεμβολές αποδεικνύονται ως γνήσια τμήματα, δεδομένου ότι περιλαμβάνουν αρχαϊσμούς, οι οποίοι διαπιστώνονται πάλι με βάση τη μυκηναϊκή ελληνική.

3) Μετρικές ανωμαλίες του έπους, που ερμηνεύονταν ως εξαιρέσεις ή μετρικές ανάγκες εξαφανίζονται, αν ο παραδεδομένος στα κείμενα τύπος της ελληνικής αποκατασταθεί με κάποιον τύπο που μας παραδίδεται στις μυκηναϊκές επιγραφές.

Η Μυκηναϊκή Γραμμική Β’

Η μυκηναϊκή Γραμμική Β’ γραφή ονομάστηκε έτσι από τον ανασκαφέα της Κνωσού Άρθουρ Έβανς (Α. Evans) σε αντιδιαστολή με το πρώτο είδος της μινωικής Γραμμικής Α’. Οι ομοιότητες των δύο γραμμικών γραφών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Γραμμική Β’ προέκυψε από τη Γραμμική Α’. Παράλληλα όμως με τις ομοιότητές οι δύο γραφές παρουσιάζουν και σαφείς διαφορές, οι οποίες εντοπίζονται τόσο στην εσωτερική τους δομή όσο και στην εξωτερική μορφή των συμβόλων τους. Και οι δύο γραφές χρησιμοποιούν τον ίδιο αριθμό φωνητικών συμβόλων, ορισμένα από τα οποία είναι κοινά και στις δύο γραφές, ενώ άλλα εμφανίζονται μόνο σε μία από αυτές. Σήμερα πιστεύεται ότι η δομή της Γραμμικής Β’ προήλθε από τη Γραμμική Α’, αλλά τροποποιήθηκε προκειμένου να εκφράσει καλύτερα την ελληνική γλώσσα.

Η Γραμμική Β’ δομείται από ομάδες φωνητικών συμβόλων, οι οποίες συνοδεύονται από ιδεογράμματα. Τα φωνητικά σύμβολα και το αντίστοιχο ιδεόγραμμα αναφέρονται στο ίδιο αντικείμενο. Τα συλλαβογράμματα, όπως ονομάζονται τα διαδοχικά φωνητικά σημεία, αναπαριστούν φωνήεντα και ανοιχτές συλλαβές με συνδυασμό ενός συμφώνου και ενός φωνήεντος, όπου το τελευταίο είναι πάντοτε φωνήεν. Σε σαρανταπέντε από τα συνολικά ογδόντα εννέα σημεία παρατηρούνται αντιστοιχίες με σημεία της Γραμμικής Α και σε άλλα δέκα παρατηρούνται αντιστοιχίες με στοιχεία των παλαιότερων μινωικών γραφών. Εκτός από τα φωνητικά σύμβολα υπάρχουν και περισσότερα από εκατό ιδεογράμματα που παριστάνουν αντικείμενα, αριθμούς, οι οποίοι ακολουθούν το δεκαδικό σύστημα και μονάδες μέτρησης του βάρους και της χωρητικότητας. Αρκετά συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα ή μονάδες μέτρησης παραμένουν ακόμη άγνωστα. Τα κενά αυτά της αποκρυπτογράφησης συμπληρώνονται σταδιακά με την ανάγνωση περισσότερων νέων κειμένων.

Βασικά χαρακτηριστικά της μυκηναϊκής

Όπως ανέφερα και παραπάνω, η μυκηναϊκή είναι συλλαβογραφική γραφή. Περιλαμβάνει συλλαβογράμματα αλλά και ιδεογράμματα. Οι πινακίδες που διασώθηκαν αναφέρονται σε ανθρωπωνύμια, τοπωνύμια, γεωργική παραγωγή, γαιοκτησία, θρησκευτικές προσφορές, στρατιωτικό εξοπλισμό. Οι κανόνες γραφής της μυκηναϊκής είναι οι εξής:

Περιέχει τα πέντε βασικά φωνήεντα δίχως να διακρίνει μεταξύ μακρών και βραχέων.

  1. Στους διφθόγγους δεν δηλώνεται το φωνήεν i παρά μόνο το υ.
  2. Τα κλειστά σύμφωνα δηλώνονται με τα ψιλά p, t, k εκτός από το d που έχει ιδιαίτερα συλλαβογράμματα.
  3. Οι χειλοϋπερωικοί φθόγγοι kw, gw, gwh δηλώνονται με την κλάση q.
  4. Τα υγρά l, r ανήκουν στην ίδια κλάση r.
  5. Τα διπλά σύμφωνα δεν δηλώνονται.
  6. Στο συμφωνικό σύμπλεγμα η δήλωση του πρώτου φωνήεντος γίνεται με την ποιότητα του δεύτερου.
  7. Υγρά, έρρινα και s που βρίσκονται πριν από άλλο σύμφωνο παραλείπονται.
  8. Τα ληκτικά σύμφωνα παραλείπονται.
  9. Υπάρχει κλάση του δίγαμμα.

Μπορούμε επιπλέον να παρατηρήσουμε ότι γραμματικά η μυκηναϊκή διατηρεί τη γενική του ενικού σε –οiο και τον παλαιό τύπο τοπικής -ει ως δοτική. Και ακόμη, η Μυκηναϊκή διέθετε επτά διακριτές πτώσεις: ονομαστική, γενική, δοτική, οργανική, τοπική και κλιτική.

Παραδείγματα:

a-ko-so-ne = άξονες

ti-ri-po = τρίπος

wanaks = άναξ ‘άρχοντας’

marathuwon = µάραθον ‘µάραθο’

torpegja = τράπεζα ‘τραπέζι’

phasganon = φάσγανον ‘εγχειρίδιο’

gwasileus ‘τοπικός άρχοντας’ = βασιλεύς ‘βασιλιάς’

talasija: ‘αγγαρεία’ = ταλάσια ‘γνέσιµο’

Aνοµοίωση των χειλoϋπερωικών:

1) */gwunaia/ → [gunaja] ‘γυναικεία’ ku-na-ja

2) */lukwos/ → [lukos] ‘λύκος’ ru-ko

3) /gwou+kwolos/ → [gwoukolos] ‘βοσκός βοδιών’ qo-u-ko-ro

4) /eu+kwolos/ → [eukolos] ‘εύκολος’ e-u-koro

5) /ou+kwis/ → [oukis] ‘κανένας’ o-u-ki

Με αυτούς τους κανόνες αντιλαμβανόμαστε ότι η μυκηναϊκή γραφή δεν αποτελεί μια αντιστοιχία με το ελληνικό αλφάβητο. Συνεπώς η ανάγνωση ακολουθεί την εξής διαδικασία. Μέσω των κανόνων παράγουμε όλες τις δυνατές μορφές ελληνικής γραφής που προβολικά συμπίπτουν με τη μυκηναϊκή γραφή της λέξης. Με άλλα λόγια η συνάρτηση της παραγωγής είναι πολύμορφη. Επαναλαμβάνουμε αυτό το σχήμα με κάθε λέξη της πινακίδας. Στο τέλος έχουμε μια συλλογή από πιθανά κείμενα. Εξετάζουμε αν συμπίπτουν με τα ιδεογράμματα, όταν αυτά υπάρχουν, και μετά κάνουμε τη σημασιολογική ανάλυση όταν αυτή είναι εφικτή. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, έχουμε πιθανές εκδοχές του κειμένου. Με άλλα λόγια, η ανάγνωση της μυκηναϊκής δεν είναι απαραίτητα μοναδική, όχι μόνο ως προς τη λέξη μα και ως προς την πρόταση.


Μετρικά συστήματα

Στη Γραμμική Β’ γραφή τα μέτρα και τα σταθμά δηλώνονταν με ιδιαίτερα σημεία. Δε γνωρίζουμε ποια ήταν τα ονόματα των μονάδων στη μυκηναϊκή γλώσσα, γνωρίζουμε όμως ότι υπήρχαν αριθμοί που ακολουθούσαν το δεκαδικό σύστημα και μονάδες μέτρησης του βάρους και της χωρητικότητας.

Τα σημεία των μονάδων ήταν μερικές φορές ίδια μ' αυτά της μινωικής γραφής, πράγμα που σημαίνει ότι οι Μυκηναίοι χρησιμοποίησαν τις μινωικές μετρικές μονάδες. Οι υποδιαιρέσεις των μονάδων βάρους και χωρητικότητας συμβολίζονταν επίσης με ιδιαίτερα σημεία. Είναι αρκετά δύσκολο ακόμη να υπολογιστεί η αντιστοιχία των δύο αυτών συστημάτων λόγω της μεταβλητότητας του βάρους των γεωργικών προϊόντων.

Τα στοιχεία για τις μονάδες μέτρησης που προκύπτουν από τα μυκηναϊκά κείμενα συμπληρώνονται και από ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα, όπως τα σταθμά και τα τάλαντα, αντικείμενα με σταθερό βάρος που χρησίμευαν στις εμπορικές συναλλαγές.

Μέτρηση βάρους

Οι μονάδες μέτρησης βάρους συμβολίζονταν με ιδιαίτερα σημεία στα μυκηναϊκά κείμενα. Η μεγαλύτερη μονάδα δηλωνόταν με το σύμβολο μιας ζυγαριάς. Διαπιστώνεται εδώ μια αντιστoιχία με το τάλαντο της Κλασικής περιόδου, το οποίο σήμαινε επίσης ζυγαριά. Η βασική αυτή μονάδα διαιρούνταν σε τριάντα μικρότερες. Η άμεσα κατώτερη υποδιαίρεση διαιρούνταν σε τέταρτα και κάθε τέταρτο σε δωδέκατα. Υπήρχε επίσης μια μικρότερη μονάδα που χρησιμοποιούνταν για το ζύγισμα του κρόκου και μια ακόμη μικρότερη για το ζύγισμα του χρυσού.

Εκτός από τα σύμβολα της Γραμμικής Β’, η μέτρηση του βάρους μαρτυρείται και από μια μικρή ομάδα αρχαιολογικών αντικειμένων, τα τάλαντα και τα σταθμά. Τα τάλαντα είναι επίπεδες πλάκες ορείχαλκου με ατρακτοειδές σχήμα, οι οποίες ζυγίζουν περίπου 29 κιλά. Το βάρος των ταλάντων, το οποίο ήταν σταθερό για να εξυπηρετεί την εμπορία του μετάλλου αυτού, θεωρείται ότι ανταποκρινόταν στη βασική μονάδα βάρους. Τα μυκηναϊκά σταθμά είναι στρογγυλές μολύβδινες πλάκες διάφορων μεγεθών. Μερικές φορές έφεραν στην επιφάνειά τους αποτυπωμένους κύκλους και τελείες που παρίσταναν το βάρος, το οποίο αντιπροσώπευαν. Το σημερινό βάρος των σταθμών δεν ανταποκρίνεται όμως πάντα στο αρχικό τους βάρος, επειδή τα ευρήματα αυτά μπορεί να έχουν αλλοιωθεί από τη φυσική φθορά.

Στις διάφορες περιοχές του αιγαιακού χώρου το βάρος των σταθμών παρουσιάζει μικρές διαφορές. Συγκρίνοντας το βάρος των μινωικών και των μυκηναϊκών σταθμών οι ειδικοί ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι Μυκηναίοι επέλεξαν μια από τις ισχύουσες παραλλαγές του μινωικού συστήματος κρατώντας σταθερή τη βασική μονάδα και κάνοντας μια μικρή μεταρρύθμιση στις υποδιαιρέσεις της.

Ένα πρώιμο μυκηναϊκό εύρημα που σχετίζεται με τη μέτρηση του βάρους είναι η λεπτότεχνη χρυσή ζυγαριά, η οποία είχε εναποτεθεί ως κτέρισμα σε τάφο των Μυκηνών. Στους δύο λεπτούς της δίσκους μπορούσαν να ζυγιστούν υλικά μερικών μόλις γραμμαρίων. Παρά τον τελετουργικό και ίσως συμβολικό του χαρακτήρα, το εύρημα αυτό δείχνει τη σημασία που είχε για τους Μυκηναίους η ακρίβεια στο ζύγισμα των πολύτιμων υλών.[4]


Μέτρηση χωρητικότητας

Η μυκηναϊκή γραφή προέβλεπε ειδικές μονάδες μέτρησης για τα υγρά και τα στερεά προϊόντα αλλά και για τα μη συμπαγή είδη, δηλαδή τα προϊόντα υπό μορφή κόκκων, όπως τα σιτηρά και τα μπαχαρικά. Στα είδη αυτά δεν μετριόταν το βάρος, το οποίο ήταν μεταβλητό ανάλογα με την κατάσταση και την ποιότητα του προϊόντος αλλά ο όγκος.[5]

Η βασική μονάδα χωρητικότητας των στερεών συμβολιζόταν με το σχήμα μιας κούπας. Εδώ παρατηρείται μια σχηματική ή ακόμη και λεκτική αντιστοιχία με την «κοτύλη», τη μονάδα μέτρησης χωρητικότητας των κλασικών χρόνων. Βασιζόμενοι στις μονάδες της Κλασικής περιόδου μπορούμε να υποθέσουμε ότι η κοτύλη αντιστοιχούσε με περίπου 270 έως 388 σημερινά κυβικά εκατοστά. Τέσσερις τέτοιες μονάδες σχημάτιζαν μια μεγαλύτερη, ενώ η μικρότερη υποδιαίρεση της βασικής μονάδας αποτελούσε το ένα εξηκοστό της.

Η μέτρηση των υγρών προϊόντων ήταν εν μέρει όμοια ως προς αυτή των στερεών. Η ανώτερη μονάδα μέτρησης των υγρών αντιστοιχούσε με το τριάντα τοις εκατό της ανώτερης μονάδας μέτρησης των στερεών. Η διαφορά αυτή υποδεικνύει ότι οι μονάδες μέτρησης της χωρητικότητας ήταν προσαρμοσμένες στο ανώτατο φορτίο που μπορεί να μεταφέρει ένας άνθρωπος, το οποίο είναι διαφορετικό για τα στερεά και τα υγρά.

Τα όργανα μέτρησης της χωρητικότητας δεν είναι γνωστά, ίσως επειδή ήταν φτιαγμένα από φθαρτά υλικά. Ένας συγκεκριμένος τύπος αγγείου που βρέθηκε στη Θήρα ίσως εξυπηρετούσε αυτόν το σκοπό, όμως τα θηραϊκά ευρήματα ήταν γενικά περισσότερο προσαρμοσμένα στα μινωικά πρότυπα και έτσι δεν είναι πολύ κατάλληλα να μας διαφωτίσουν για τα συστήματα μέτρησης των Μυκηναίων.

Τα αγγεία που θεωρούνται ως τα κατεξοχήν δοχεία μεταφοράς των Μυκηναίων ήταν οι ψευδόστομοι αμφορείς. Τα αγγεία αυτά είχαν καθορισμένη χωρητικότητα και συναντώνται σε δύο βασικά μεγέθη. Οι μεγαλύτεροι χωρούσαν 12 έως 14 λίτρα και οι μικρότεροι 6 έως 7 λίτρα λάδι. Από τις συγκρίσεις της χωρητικότητας των μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων φαίνεται ότι η ποσότητα 0,8 του λίτρου είχε κάποια σημασία για τη μέτρηση της χωρητικότητας, ενώ υπολογίζεται ότι η κατώτερη μονάδα κυμαινόταν περίπου από τα 200 έως τα 500 κυβικά εκατοστά.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με την παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού λησμονήθηκε και η τέχνη της γραφής. Κατά τους σκοτεινούς αιώνες (1200-750π.Χ.) μόνο στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου χρησιμοποιούσαν κάποια ατελή συστήματα γραφής, όπως το κυπριακό συλλαβάριο. Τη νέα, αλφαβητική, όμως, γραφή εισήγαγαν έμποροι (Κρήτες, Ρόδιοι, Κύπριοι, Μιλήσιοι) πιθανότατα από τη Φοινίκη. Την καταγωγή του ελληνικού από το φοινικικό αλφάβητο μαρτυρούν οι ονομασίες (άλεφ > άλφα, κτλ.), η μορφή, η φωνητική αξία και η σειρά εμφανίσεως των γραμμάτων. Για τη φοινικική προέλευση συνηγορούν επίσης η μαρτυρία του Ηροδότου (V, 58-61), η κατεύθυνση της γραφής στα αρχαιότερα μνημεία (επί τά λαιά) και εμμέσως η γραφική ύλη, εφόσον στην αρχαϊκή εποχή δεν απαντούν επιγραφές σε πήλινες πινακίδες. Και ο τόπος και ο χρόνος εισαγωγής δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς. Ως αρχαιότερες επιγραφές πάντως θεωρούνται η οινοχόη του Διπύλου (735-725) και το ποτήριον του Νέστορος (740-720).



[1] Ruiperez, M. – J. Melena, Οι Μυκηναίοι Έλληνες, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ. 71-77.

[2] Ε. Σεμερτζάκη, «Ιστορία των Βιβλιοθηκών στην Ελλάδα: σύντομη αναδρομή», Ίδρυμα Ευγενίδου, 19 Μαϊου 2006.

[3] Ιωάννης Κ. Προμπονάς, Σύντομος Εισαγωγή εις την Μυκηναϊκήν Φιλολογίαν, Εκδ. Συμμετρία, Αθήναι 1986, σ. 33-34.

[4] Ruiperez, M. – J. Melena, Οι Μυκηναίοι Έλληνες, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ. 86-89.

[5] Ruiperez, M. – J. Melena, Οι Μυκηναίοι Έλληνες, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ.89-91.

«Τα Κερκυραϊκά» Η Κέρκυρα στις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου

Εισαγωγή

Την περίοδο που εξετάζουμε υπήρχαν δύο Μεγάλες Δυνάμεις: η Αθήνα και η Σπάρτη. Ανάμεσα στις δύο πόλεις υπήρχε μία λανθάνουσα και παλιά αντιζηλία. Μετά από πολλές διαμάχες, και κυρίως πολιτικό ανταγωνισμό , η σύγκρουσή τους αυτή κορυφώθηκε το 431π.Χ. καταλήγοντας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Ας δούμε, όμως, πως κατέληξαν στον πόλεμο αυτό.
Η Αθήνα παρουσίαζε μία ομοιογενή και σταθερή πρόοδο: η ηγετική θέση της είχε σημαντικά ενισχυθεί, είχε συστήσει την αυτοκρατορία της, είχε αναπτύξει τα προνόμιά της και είχε διαμορφώσει το σύστημα με το οποίο ασκούσε την κυριαρχία της. Ακόμη, η πολιτική της παρουσίαζε έναν υψηλόφρονα επεκτατισμό . Σκοπός της ήταν να εξαπλώσει την κυριαρχία της στον ελληνικό ηπειρωτικό και θαλάσσιο χώρο και να κάνει την πολιτική της επιρροή αισθητή σ’ εκείνες τις πολιτείες που θα ήταν αδύνατο να περιλάβει στα όρια της ηγεμονίας της.
Η πολιτική της Αθήνας ενοχλούσε πολύ τη Σπάρτη. Από την πλευρά τους οι Λακεδαιμόνιοι ανησυχούσαν όχι για την τύχη που τους περίμενε ή για το τι θα επιχειρούσε να κάνει η Αθήνα στο άμεσο μέλλον, αλλά για το προβάδισμα που αποκτούσε σταδιακά. Για αυτούς ήταν μία απειλή που έπρεπε να απομακρυνθεί. Αυτή ήταν η αιτία για την ανάληψη επιχειρήσεων με σκοπό την κάμψη της αθηναϊκής δύναμης εκείνη τη χρονική στιγμή.
Η ανησυχία της Κορίνθου για τη αθηναϊκή επέκταση, ειδικά στη Δύση όπου είχε και αυτή συμφέροντα , υπήρξε ένας σημαντικός παράγοντας για το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η Δύση γενικότερα (Σικελία, Ιταλία) αποτελούσαν πόλο έλξης για τη φαντασία των Ελλήνων και θεωρούνταν σαν μια γη της επαγγελίας. Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως οι νέοι στην Αθήνα είχαν κυριευτεί από πόθο για το άγνωστο.
Από την αρχή όλοι γνώριζαν ότι ο πόλεμος θα πραγματοποιηθεί: η Κόρινθος είχε δείξει ήδη τις εχθρικές της διαθέσεις απέναντι στην Αθήνα, η Σπάρτη ήδη τη «φοβόταν», και μέσα στη διπλή σύγκλιση των διαθέσεων αυτών περιεχόταν εν δυνάμει ο επικείμενος πόλεμος.
Ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός εξηγεί τον πόλεμο και παίζει σημαντικό ρόλο στη διεξαγωγή του. Οι αναλύσεις του βιβλίου Α’ των Ιστοριών του Θουκυδίδη δείχνουν ότι η κυριαρχία ήταν για την Αθήνα το εργαλείο που αξίωνε να χρησιμοποιεί, ενώ για τους αντιπάλους της ο λόγος που αξίωναν να βοηθηθούν, και ταυτόχρονα ήταν αυτό που και οι δύο πλευρές θεωρούσαν ότι διακυβευόταν στον αγώνα. Η τριπλή αυτή λειτουργία επανέρχεται σε όλα τα επεισόδια και μεταφέρεται σε όλους τους λόγους που δεν είναι αποκλειστικά στρατιωτικής φύσεως.
Η κύρια ιστορική πηγή για την εποχή αυτή είναι ο Θουκυδίδης και το έργο του Ιστορίαι. Ο Θουκυδίδης ήταν, μεταξύ άλλων, ένας «ομηρικού τύπου» αφηγητής πολέμων και μαχών. Στο έργο του διατυπώνεται η περίφημη παρατήρηση πως ο πόλεμος είναι «βίαιος δάσκαλος» που συνοδεύεται από τις στάσεις, τις εμφύλιες έριδες, εξαιτίας της σκληρότητας που δημιουργούν στον άνθρωπο οι οικονομικές δυσκολίες που προκαλεί.
Οι αιτίες του Πελοποννησιακού πολέμου, στις οποίες αναφέρεται και ο Θουκυδίδης, ήταν τρεις : τα Κερκυραϊκά, η περίπτωση της Ποτίδαιας και το Μεγαρικό ψήφισμα. Και οι τρεις αιτίες έφεραν σε σύγκρουση την Αθήνα με την Κόρινθο. Ο Θουκυδίδης μεταχειρίζεται διαφορετικά στην αφήγηση του τα γεγονότα αυτά· αναφέρεται εκτενέστερα στις δύο πρώτες αιτίες, ενώ δίνει ελάχιστες πληροφορίες για την τρίτη. Ίσως ο λόγος που γίνεται αυτό είναι γιατί η αντιπαράθεση μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων ήταν πιο σοβαρή για τα ζητήματα της Κέρκυρας και της Ποτίδαιας.
Η διαμάχη, λοιπόν, Κερκυραίων και Κορινθίων είναι η πρώτη αφορμή για την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Όμως η διαμάχη μεταξύ των δύο πόλεων έχει τις ρίζες της παλαιότερα. Το 734π.Χ. η Κέρκυρα αποικείται από την Κόρινθο , αφού τα νησιά του Ιονίου ήταν ενδιάμεσοι σταθμοί προς τη Δύση και το εμπόριο. Γρήγορα η αποικία αυτή απέκτησε τόση δύναμη, ώστε ανέπτυξε δικό της εμπόριο, απέκτησε ισχυρό στόλο και ίδρυσε δικές της αποικίες. Έτσι ανεξαρτητοποιήθηκε τελείως από τη μητρόπολη. Η Κέρκυρα εξελίχθηκε σε ισχυρή ναυτική δύναμη και έφτασε μέχρι και σε πόλεμο με τη μητρόπολή της. Η πρώτη ναυμαχία μεταξύ Κέρκυρας-Κορίνθου αναφέρεται μόνο από τον Θουκυδίδη και είναι άγνωστη από πολλές πηγές. Πραγματοποιήθηκε μεταξύ του 680 και του 660 π.Χ., και σίγουρα πριν από το 650 π.Χ., οπότε εγκαθιδρύθηκε τυραννικό καθεστώς στην Κόρινθο.
Στη νέα διαμάχη Κέρκυρας-Κορίνθου μήλο της έριδος είναι η Επίδαμνος, το σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας. Η Επίδαμνος αποικήθηκε από τους Κερκυραίους, όμως αρχηγός της αποικίας ήταν ένας Κορίνθιος. Η πόλη έγινε γρήγορα πολυάριθμη και απέκτησε στρατιωτική ισχύ. Οι εμφύλιες διαμάχες όμως και ο πόλεμος με τους γειτονικούς βαρβάρους, τους Ταυλάντιους, μείωσαν τη δύναμή της. Και έτσι καταλήγουμε στα γεγονότα που εξετάζουμε, γνωστά ως Κερκυραϊκά.
Τα Κερκυραϊκά περιγράφονται από τον Θουκυδίδη στο Α’ βιβλίο των Ιστοριών του στις παραγράφους 24-55 και παρουσιάζονται ως εξής:

24. Άρνηση των Κερκυραίων να συνδιαλέξουν τους ερίζοντας μεταξύ τους Επιδαμνίους
25.Απόφαση των Κορινθίων περί επεμβάσεως στην Επίδαμνο
26. Πολιορκία της Επιδάμνου από τους Κερκυραίους
27. Προετοιμασία των Κορινθίων
28. Πρεσβεία Κερκυραίων στην Κόρινθο
29-30. Ήττα των Κορινθίων
31. Πρέσβεις της Κορίνθου και της Κερκύρας στην Αθήνα
32-36. Λόγοι των Κερκυραίων Πρέσβεων
37-43. Λόγοι των Κορινθίων Πρέσβεων
44. Αμυντική συμμαχία μεταξύ Αθηναίων και Κερκυραίων
45. Αποστολή Αθηναϊκής βοηθείας στην Κέρκυρα
46. Κορινθιακός στόλος κατά της Κερκύρας
47-51. Ναυμαχία στα Σύβοτα
52-53. Άφιξη του Αθηναϊκού στόλου
54-55. Διεκδίκηση της νίκης από τους δύο αντιπάλους

Τα Κερκυραϊκά

24. Άρνηση των Κερκυραίων να συνδιαλέξουν τους ερίζοντας μεταξύ τους Επιδαμνίους
Η Επίδαμνος ήταν αποικία των Κερκυραίων, αλλά ιδρυτής της ήταν κάποιος Κορίνθιος. Ακόμη στον αποικισμό συμμετείχαν και Κορίνθιοι αλλά και Δωριείς. Με την πάροδο του χρόνου η πόλη έγινε σημαντική, όμως μετά από πολυετείς εμφυλίους πολέμους η πόλη έχασε τη δύναμή της. Στο τέλος του πολέμου ο λαός έδιωξε τους ολιγαρχικούς που ενώθηκαν με τους βαρβάρους και λήστεψαν τους κατοίκους της Επιδάμνου με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στείλουν πρέσβεις στην Κέρκυρα, που ήταν η μητρόπολή τους, για να συνδιαλέξουν με τους εξόριστους ικέτες αλλά δεν εισακούστηκαν και έφυγαν.

25. Απόφαση των Κορινθίων περί επεμβάσεως στην Επίδαμνο
Οι Επιδάμνιοι αφού δεν εισακούστηκαν από την Κέρκυρα έστειλαν πρέσβεις στους Δελφούς. Ο θεός απάντησε να παραδοθούν και να τεθούν υπό την ηγεμονία των Κορινθίων, που ήταν και ιδρυτές της αποικίας. Έτσι οι Επιδάμνιοι παραδόθηκαν στην Κόρινθο ζητώντας τη βοήθειά τους. Οι Κορίνθιοι υποσχέθηκαν να βοηθήσουν και γιατί θεωρούσαν ότι η αποικία ήταν εξίσου δική τους όσο και των Κερκυραίων, αλλά και γιατί μισούσαν τους Κερκυραίους, οι οποίοι παρόλο που ήταν άποικοι της Κορίνθου φερόντουσαν ανευλαβώς προς τη μητρόπολη και συμπεριφερόντουσαν περιφρονητικώς προς αυτούς λόγω της δύναμης και του πλούτου, αλλά και εξαιτίας της πολεμικής και ιδιαίτερα της ναυτικής τους δύναμης , για την οποία καυχιόντουσαν ως συνεχιστές των Φαιάκων .

26. Πολιορκία της Επιδάμνου από τους Κερκυραίους
Έχοντας ως αφορμή τα παράπονα οι Κορίνθιοι βοήθησαν στέλνοντας αποίκους και φρουρά από Αμπρακιώτες, Λευκαδίους και Κορινθίους. Η μετάβαση έγινε από ξηρά φοβούμενοι την παρεμπόδιση των Κερκυραίων από θαλάσσης. Οι Κερκυραίοι εξοργίσθηκαν όταν έμαθαν για την παράδοση της πόλης στους Κορινθίους και τη μετάβαση φρουράς. Έστειλαν αμέσως στόλο, αποτελούμενο από 40 πλοία, για να πει στους Επιδαμνίους να διώξουν τη φρουρά και να δεχτούν πίσω τους εξόριστους, οι οποίοι είχαν προσφύγει στην βοήθειά τους. Επειδή δεν συμμορφωνόντουσαν οι Κερκυραίοι, έχοντας τους Ιλλυρίους συμμάχους και ακολουθούμενοι από τους εξορίστους, εκστράτευσαν εναντίον τους και πολιόρκησαν την πόλη.

27. Προετοιμασία των Κορινθίων
Μαθαίνοντας για την πολιορκία από αγγελιοφόρους της Επιδάμνου, οι Κορίνθιοι άρχισαν να προετοιμάζονται για εκστρατεία, ετοιμάζοντας 30 πλοία και 3000 στρατιώτες βαριά οπλισμένους. Συγχρόνως προκύρηξαν αποικία στην Επίδαμνο με χρηματική αμοιβή. Σύμμαχοι των Κορινθίων στην εκστρατεία αυτή ήταν οι Μεγαρείς, οι Παλείς, οι Επιδαύριοι, οι Ερμιονείς, οι Τροιζήνιοι, οι Λευκάδιοι, οι Αμπρακιώτες, οι Θηβαίοι, οι Φλειάσιοι και οι Ηλείοι.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί η ουδέτερη στάση που είχε κρατήσει η Κέρκυρα μέχρι τώρα, καθώς και η έλλειψη συμμάχων. Το πολίτευμα της Κέρκυρας δεν είναι γνωστό και ο Θουκυδίδης δεν κάνει κάποια αναφορά σε αυτό. Ωστόσο, κάποιοι ξένοι μελετητές πιστεύουν πως οι Κερκυραίοι ήταν δημοκρατικοί. Παρόλα αυτά στα επεισόδια στην Επίδαμνο οι Κερκυραίοι ουσιαστικά συνεργάστηκαν με τους ολιγαρχικούς. Η βοήθεια όμως που ζητάνε είναι από τη δημοκρατική Αθήνα.


28. Πρεσβεία Κερκυραίων στην Κόρινθο
Όταν οι Κερκυραίοι έμαθαν για την προετοιμασία φοβήθηκαν ότι θα υστερούσαν σε δύναμη, εφόσον και άλλες πόλεις θα πολεμούσαν εναντίον τους, και προσπάθησαν να λύσουν τη διαφορά ειρηνικά. Έτσι, πήγαν στην Κόρινθο μαζί με πρέσβεις της Σπάρτης και της Σικυώνας και απαίτησαν να ανακαλέσουν τη φρουρά και τους αποίκους από την Επίδαμνο. Δήλωσαν μάλιστα ότι αν διεκδικούσαν δικαιώματα από την πόλη μπορούσαν να συμφωνήσουν να πάρουν την εξουσία κάποιας άλλης Πελοποννησιακής πόλης και η αποικία να μείνει στους Κερκυραίους. Πρότειναν να ρωτήσουν και το μαντείο όμως δεν ήθελαν να προχωρήσουν σε πόλεμο γιατί τότε θα αναγκαζόντουσαν να συνάψουν νέες φιλίες για την άμυνά τους. Οι Κορίνθιοι δέχτηκαν να σκεφτούν την πρόταση αν οι Κερκυραίοι απέσυραν από την αποικία το στόλο και τους βαρβάρους. Οι Κερκυραίοι ανταπάντησαν ότι δέχονται την αντιπρόταση των Κορινθίων αν και αυτοί αποσύρουν τη φρουρά και τους αποίκους και να συνομολογηθεί ανακωχή.

29-30. Ήττα των Κορινθίων
Οι Κορίνθιοι τελικά δεν δέχτηκαν τις προτάσεις και έστειλαν στόλο για να αρχίσουν τις εχθροπραξίες με τους Κερκυραίους. Όταν έφτασαν στο Άκτιο οι Κερκυραίοι έστειλαν κήρυκα για να απαγορεύσει να πλεύσουν εναντίον τους και ταυτόχρονα προετοίμαζαν το στόλο. Αφού όμως δεν έλαβαν ειρηνική απάντηση οδηγήθηκαν σε ναυμαχία στη Λευκίμμη (435πΧ), όπου και νίκησαν κατά κράτος. Την ίδια μέρα η Επίδαμνος παραδόθηκε στους πολιορκούντες Κερκυραίους, υπό τον όρο οι νέοι άποικοι να πουληθούν ως δούλοι και οι Κορίνθιοι να φυλακιστούν προσωρινά.
Μετά τη ναυμαχία οι Κερκυραίοι σκότωσαν τους αιχμαλώτους εκτός από τους Κορίνθιους που τους φυλάκισαν. Οι Κερκυραίοι ήταν τώρα κύριοι του Ιονίου Πελάγους και όλο το καλοκαίρι κατέστρεφαν και λεηλατούσαν τους συμμάχους των Κορινθίων. Οι Κορίνθιοι βλέποντας ότι οι σύμμαχοί τους υπέφεραν, έστειλαν στόλο και στρατό και στρατοπέδευσαν στο Άκτιο και στη Θεσπρωτία για να την προστατεύσουν. Ο στόλος και ο στρατός των Κερκυραίων στρατοπέδευσαν στη Λευκίμμη, κανείς όμως δεν προέβαινε σε επίθεση και έμειναν αντιμέτωποι όλο το καλοκαίρι μέχρι που ήρθε ο χειμώνας και αποσύρθηκαν.

31. Πρέσβεις της Κορίνθου και της Κερκύρας στην Αθήνα
Για δύο χρόνια μετά τη ναυμαχία, οι Κορίνθιοι ναυπηγούσαν πλοία, παρασκευάζοντας ισχυρότατο στόλο, και ναυτολόγησαν μισθωτούς ερέτας από την Πελοπόννησο και από την άλλην Ελλάδα. Οι Κερκυραίοι μαθαίνοντας για τις προετοιμασίες φοβήθηκαν και επειδή δεν ήταν σύμμαχοι με κανένα από τα Ελληνικά κράτη, και δεν είχαν καταταχθεί στην ομοσπονδία ούτε των Αθηναίων, ούτε των Λακεδαιμονίων, αποφάσισαν να πάνε προς τους Αθηναίους, για να γίνουν σύμμαχοι τους και να πετύχουν επικουρία από αυτούς. Αλλά και οι Κορίνθιοι, όταν το έμαθαν, έστειλαν και αυτοί πρέσβεις στην Αθήνα, από φόβο μήπως η προσθήκη του Αθηναϊκού ναυτικού στο Κερκυραϊκό τους εμποδίσει να κερδίσουν τον πόλεμο. Συγκάλεσαν έκτακτη συνέλευση του λαού και εξέθεσαν τ' αντίθετα επιχειρήματά τους.
Οι απεσταλμένοι της Κέρκυρας και της Κορίνθου εμφανίστηκαν μαζί μπροστά στην Εκκλησία του δήμου. Τα επιχειρήματα, που ο Θουκυδίδης έβαλε στο στόμα τους, εκφράζουν καθαρά την εικόνα της καταστάσεως και τη σημασία της αποφάσεως για την Αθήνα. Το κύριο επιχείρημα για να δεχτούν την προσφερόμενη συμμαχία της Κέρκυρας στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο πόλεμος επίκειται.

32-36. Λόγοι των Κερκυραίων Πρέσβεων
Οι Κερκυραίοι υπογράμμισαν πόσο συνέφερε την Αθήνα η συμμαχία. Αν νικούσαν οι Κορίνθιοι τους Κερκυραίους και έπαιρναν το στόλο τους, θα αποκτούσαν τεράστια ναυτική δύναμη, οπότε ο αγώνας στη θάλασσα, στον πόλεμο που επρόκειτο να γίνει, θα ήταν τρομερά δύσκολος γι’ αυτούς. Τόνισαν και τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η συμμαχία μαζί τους, εξαιτίας της στρατηγικής θέσεως της Κέρκυρας, που ήταν σε θέση να εμποδίσει την αποστολή ναυτικής βοήθειας στους Πελοποννησίους, ενώ ο κερκυραϊκός στόλος θα προστάτευε κάθε αποστολή δια θαλάσσης από τους Έλληνες της Δύσεως.

37-43. Λόγοι των Κορινθίων Πρέσβεων
Οι Κορίνθιοι κατηγόρησαν τους Κερκυραίους ως αδίκους και προσέθεσαν ότι τυχόν επέμβαση των Αθηναίων στην υπόθεση ήταν αντίθετη με τις Τριακονταετείς σπονδές . Θύμισαν ταυτόχρονα στους Αθηναίους πως είχαν πάρει το μέρος τους στη διένεξή τους με τους Σαμίους και πως τους είχαν βοηθήσει στον πόλεμο με την Αίγινα, αναφέροντας και άλλες περιπτώσεις συμπαραστάσεώς τους.

44. Αμυντική συμμαχία μεταξύ Αθηναίων και Κερκυραίων
Οι Αθηναίοι συζήτησαν το θέμα σε δύο συνεδρίες της Εκκλησίας και αποφάσισαν, για να μην έλθουν σε αντίθεση με τις Τριακονταετείς σπονδές και για να αποφύγουν μία άμεση παραβίαση της συνθήκης, να κάνουν με την Κέρκυρα αμυντική συμφωνία (επιμαχία), γιατί νόμιζαν ότι ο πόλεμος με τους Πελοποννησίους θα γινόταν οπωσδήποτε και δεν ήθελαν να αφήσουν τους Κερκυραίους, που είχαν τόσο μεγάλο στόλο, στους Κορινθίους, αλλά να τους βάλουν να μάχονται μεταξύ τους όσο περισσότερο γινόταν, για να είναι πιο αδύνατοι, αν έφθανε η ώρα που θα αναγκάζονταν αυτοί να βγουν σε πόλεμο με τους Κορινθίους και με άλλες ναυτικές δυνάμεις.

45-55. Βοήθεια των Κερκυραίων από τους Αθηναίους – Ναυμαχία στα Σύβοτα
Η Αθήνα έπρεπε μόνο να προσφέρει ένοπλη βοήθεια σε περίπτωση που η Κέρκυρα θα δεχόταν κάποια απειλή. Έτσι έστειλε δέκα πλοία στην Κέρκυρα με εντολή να μην επιτεθούν, εκτός αν η Κέρκυρα ή κάποιο από τα μέρη που της ανήκουν δεχόταν επίθεση. Μία μεγάλη και θυελλώδης ναυμαχία επακολούθησε κοντά στο νησάκι Σύβοτα (433πΧ), μεταξύ της Λευκίμμης και της θεσπρωτικής στερεάς. Ένας κερκυραϊκός στόλος από 110 πλοία τοποθετήθηκε απέναντι σε ένα κορινθιακό από 150, ως αποτέλεσμα των δύο χρόνων προετοιμασίας. Η δεξιά πτέρυγα των Κερκυραίων νικήθηκε και τα 10 αθηναϊκά πλοία επενέβησαν για να προλάβουν την ολοκληρωτική της κατατρόπωση. Η Αθήνα έστειλε άλλα 20 πλοία και οι Κορίνθιοι στο θέαμά τους αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Αυτό θεωρήθηκε αποδοχή της ήττας τους, παρόλο που ουσιαστικά οι Κορίνθιοι είχαν μεγαλύτερη επιτυχία στη μάχη. Έτσι στο γυρισμό προς την Κόρινθο κατέλαβαν το Ανακτόριο, μία κοινή τους αποικία με τους Κερκυραίους. Η Κόρινθος μεταχειρίστηκε με μεγάλο σεβασμό τους Κερκυραίους που είχαν αιχμαλωτιστεί στη μάχη. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν επιφανείς άνδρες και υπήρχε η ελπίδα ότι μέσω αυτών η Κόρινθος θα μπορούσε τελικά να ξανακερδίσει τη φιλία της Κέρκυρας.
Με αυτή τη ναυμαχία τελειώνουν και τα γεγονότα των Κερκυραϊκών. Είναι φανερό, λοιπόν, πως το περιστατικό με την Επίδαμνο ήταν απλά η αφορμή και όχι το αίτιο για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Αίτιο κατά το Θουκυδίδη ήταν το δέος της Σπάρτης προς την Αθήνα.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Την περίοδο που εκτείνεται χρονικά από την εξουσία του Aυγούστου (27 π.X.-14 μ.Χ.) μέχρι τη διακυβέρνηση του Aντωνίνου Eυσεβούς (138-161 μ.X.) δύο ήταν οι βασικοί παράγοντες που καθόρισαν τις κοινωνικές εξελίξεις στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και είχαν αντίκτυπο και στις ανατολικές επαρχίες της, την Ελλάδα και την Ασία. O ένας σχετίζεται με την εδραίωση της αυτοκρατορικής μοναρχίας και την τοποθέτηση του αυτοκρατορικού οίκου στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, γεγονός που επέφερε τον επαναπροσδιορισμό της θέσης των διάφορων κοινωνικών στρωμάτων. Ο δεύτερος προήλθε από την εφαρμογή του ρωμαϊκού κοινωνικού συστήματος στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, που είχε ως αποτέλεσμα την ομογενοποίηση της αριστοκρατίας στις διάφορες περιοχές του ρωμαϊκού κόσμου αλλά και την εξομοίωση των χαμηλότερων στρωμάτων του πληθυσμού με τα αντίστοιχα της Pώμης. Οι πολίτες των συμμαχικών, των ελεύθερων και ατελών, καθώς και των υποτελών κοινοτήτων στις ρωμαϊκές επαρχίες διατηρούσαν την κοινωνική τους ιεραρχία.
Tα χρόνια που ακολούθησαν την περίοδο της μοναρχίας του Mάρκου Aυρηλίου (161-181 μ.Χ.) και μέχρι τις αρχές του 3ου αιώνα μ.X. χαρακτηρίζονται ως εποχή κρίσης για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Imperium Romanum) και κατά συνέπεια και για την κοινωνία της. Eκτός από τον κλονισμό της οικονομικής θέσης των προνομιούχων στρωμάτων, η κρίση είχε αντίκτυπο και στα κατώτερα στρώματα, η καταπίεση των οποίων οδήγησε σταδιακά στην εξαθλίωσή τους. Aποφασιστικό ρόλο στη νέα τάξη πραγμάτων έπαιξε το διάταγμα του Kαρακάλλα (212 μ.Χ.), με το οποίο παραχωρήθηκε το δικαίωμα του ρωμαίου πολίτη σε όλους τους "ελεύθερους" πολίτες της αυτοκρατορίας.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΘΕΣΗ

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ

Από την περίοδο της διακυβέρνησης του Αυγούστου σημειώθηκε η εδραίωση του αυτοκράτορα στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, ως αποκλειστικού ενσαρκωτή της ρωμαϊκής εξουσίας, με άμεση συνέπεια τον παραγκωνισμό των εξεχουσών οικογενειών που βρίσκονταν κατά την περίοδο της Δημοκρατίας σε αυτή τη θέση. O αυτοκράτορας αποτελούσε το πρόσωπο που ενσάρκωνε όλες τις ρωμαϊκές αρετές: τη δικαιοσύνη (iustitia), την ευσέβεια (pietas), την πραότητα (clementia) και την ανδρεία (virtus). Η εισαγωγή της αυτοκρατορικής λατρείας στις επαρχίες και η παραχώρηση του δικαιώματος του ρωμαίου πολίτη αποτελούσαν τα μέσα που εγκαινιάστηκαν από τον Αύγουστο και τους διαδόχους του για την επιβολή της ρωμαϊκής πολιτικής σε αυτές.
Ανάμεσα στον αυτοκράτορα και στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και τάξεις -τόσο της Ρώμης όσο και των ανατολικών επαρχιών της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας- αναπτύσσονταν ιδιαίτερες σχέσεις και δεσμοί, όπως άλλωστε συνέβαινε και στην περίοδο της Δημοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα, οι ανώτεροι συγκλητικοί και ιππείς αντιμετωπίζονταν από τον αυτοκράτορα ως "φίλοι" του και μπορούσαν να λαμβάνουν μέρος στα συμβούλια. Αν για κάποιο λόγο οι "φίλοι" έπεφταν σε δυσμένεια, υποβιβάζονταν κοινωνικά και συχνά έχαναν τη θέση που είχαν στην πολιτική ζωή.
"Πελατειακές" θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μέχρι ενός βαθμού και οι σχέσεις του αυτοκράτορα με τους πληβείους του. Η μέριμνά του προς αυτούς εκδηλωνόταν με τη διανομή τροφίμων και με τη διοργάνωση διάφορων εκδηλώσεων, όπως αγώνων. Οι υπήκοοι από πλευράς τους του έδιναν όρκο πίστης και του απέδιδαν ιδιαίτερες τιμές και λατρεία.
ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟΙ

H συγκλητική τάξη (ordo senatorius) ήταν μία από τις δύο ηγετικές ομάδες της ρωμαϊκής κοινωνίας, η οποία κατείχε τα σημαντικότερα αξιώματα στο διοικητικό μηχανισμό και πιο συγκεκριμένα στην πολιτική, στη δικαιοσύνη και στο στρατό. Ο Αύγουστος προσδιόρισε τη συγκλητική τάξη σαφέστερα διευκρινίζοντας τα όριά της σε σχέση με την αμέσως κατώτερη τάξη των ιππέων. Έτσι, οι συγκλητικοί αποτελούσαν μία ολιγάριθμη και κλειστή κοινωνική ομάδα περίπου 600 μελών. Από το 2ο αιώνα μ.X. και εξής, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στον αριθμό των υπηκόων των ρωμαϊκών επαρχιών που γίνονταν δεκτοί στη Σύγκλητο. Με αυτό τον τρόπο έπαψε να αποτελεί ένα πολιτικό σώμα της πόλης Pώμης και έγινε σταδιακά ένα αποκλειστικό αντιπροσωπευτικό όργανο όλης της αυτοκρατορίας. Τα μέλη της συγκλητικής τάξης διακρίνονταν ενδυματολογικά από ένα χιτώνα με πλατιά πορφυρή ταινία.
Ο πλούτος, ο πολυτελής τρόπος ζωής αλλά και συχνά η γενναιοδωρία χαρακτήριζαν τους συγκλητικούς. Oρισμένες από τις συγκλητικές οικογένειες που διέθεταν μεγάλη περιουσία έκαναν δωρεές για δημόσια έργα στις ανατολικές επαρχίες. Είναι γνωστό ότι ο πατέρας του Ηρώδη Αττικού παραχώρησε 4.000.000 δηνάρια για την ύδρευση της Τροίας, ενώ επίσης ενίσχυε τους Αθηναίους με χρηματικές προσφορές ή ακόμη και με τη διανομή κρέατος και κρασιού από τις θυσίες. Με τη σειρά του και ο Ηρώδης Αττικός έκανε πολυάριθμες δωρεές στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα ανοικοδόμησε στην Αθήνα το Παναθηναϊκό στάδιο και το Ωδείο της Ρηγίλλας, ένα στάδιο στους Δελφούς και ένα υδραγωγείο στην Ολυμπία.
ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Η αριστοκρατία των πόλεων που είχαν οργανωθεί σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα σχημάτιζε τη βουλευτική τάξη (ordo decurionum) στην κάθε πόλη χωριστά και περιελάμβανε περίπου 100 μέλη. Σε σπάνιες περιπτώσεις, και κυρίως στις πόλεις των ανατολικών επαρχιών, ο αριθμός αυτός κυμαινόταν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Στην τάξη αυτή ανήκαν οι άρχοντες της πόλης και τα μέλη της Βουλής, οι οποίοι είχαν σαφή διάκριση από τους πληβείους της πόλης. Η ένταξη σε αυτή την τάξη δεν ήταν κληρονομική, αφού κάθε εύπορος πολίτης μετά τη συμπλήρωση του 25ου ή 30ου έτους της ηλικίας του καλούνταν να συμμετάσχει στη Βουλή και αναλάμβανε δημόσια αξιώματα.
Καθώς όμως οι γιοι των βουλευτών κληρονομούσαν τις περιουσίες εκείνων, ήταν συχνό φαινόμενο κάποιες οικογένειες να ανήκουν επί πολλές γενιές στην τάξη αυτή. Στα μεγάλα εμπορικά κέντρα, η βουλευτική τάξη απαρτιζόταν από πολλούς εμπόρους και επιχειρηματίες. Είναι βέβαια ευνόητο ότι η σύνθεση της βουλευτικής τάξης διέφερε από πόλη σε πόλη, ακόμη και μέσα στην ίδια επαρχία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και η μορφή της εξαρτιόταν από την κοινωνική δομή της συγκεκριμένης πόλης. Παράγοντες που έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στο χαρακτήρα της τάξης ήταν η περιουσία, η οικονομική δραστηριότητα, η μόρφωση και η καταγωγή. Παρ' όλα αυτά τόσο το έργο όσο και τα προνόμιά τους ήταν κοινά. Οι βουλευτές συχνά αναλάμβαναν τα έξοδα για την ανέγερση δημόσιων οικοδομημάτων μέσα στην πόλη ή έκαναν άλλες δαπάνες προς όφελός της, γνωστές με το λατινικό όρο munificentia (ευεργεσίες).
Συχνά η βουλευτική τάξη μίας πόλης παρουσίαζε διαφοροποίηση και στο εσωτερικό της, κυρίως από το 2ο αιώνα μ.X. και εξής, όταν πολλοί βουλευτές άρχισαν να αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και δεν ήταν πια σε θέση να αντέξουν το οικονομικό βάρος της συμμετοχής στην τάξη τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας. Σε αυτή την πόλη, κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Αδριανού, η βουλευτική τάξη είχε δύο υποομάδες: τους viri primores και τους viri inferiores, τους ανώτερους και κατώτερους άντρες αντίστοιχα.
ΙΠΠΕΙΣ

Η τάξη των ιππέων (ordo equester) ήταν πιο πολυάριθμη από τη συγκλητική. Μάλιστα την εποχή του Αυγούστου έφθανε τα 20.000 μέλη. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε κατά τους δύο πρώτους αιώνες της Αυτοκρατορικής εποχής, εξαιτίας της ολοένα μεγαλύτερης εισροής υπηκόων από τις επαρχίες στη συγκεκριμένη τάξη.
Η ένταξη στην τάξη των ιππέων δεν ήταν απαραίτητα κληρονομική, καθώς υπήρξαν περιπτώσεις που ο γιος ιππέα δεν κατείχε τον ίδιο βαθμό. Επομένως, σε κάποιες οικογένειες ιππέων -σε αντίθεση με των συγκλητικών- δεν ήταν δυνατόν να διατηρήσουν την ένταξή τους στην τάξη τους για αρκετές γενιές. Ωστόσο, οι άρρενες απόγονοί τους μπορούσαν να ανέλθουν στη συγκλητική τάξη.
Η κοινωνική σύνθεση της ιππικής τάξης ήταν ετερογενής. Υπήρχαν και μέλη ταπεινής καταγωγής, όπως και κάποιοι που προέρχονταν από τους απελεύθερους. Η οικονομική τους κατάσταση, οι σχέσεις που σύναπταν με ισχυρούς Ρωμαίους, αλλά και οι προσωπικές υπηρεσίες στο στρατό αποτελούσαν βασικούς παράγοντες που έπαιζαν ρόλο σε αυτή την κατάταξη. Κατά την Πρώιμη Αυτοκρατορική εποχή ο βαθμός του ιππέα παραχωρούνταν επίσης σε ηγετικά στελέχη των τοπικών αριστοκρατικών γενών στις επαρχίες, όπως φαίνεται και από επιγραφικές μαρτυρίες των επαρχιών της Ελλάδας και της Ασίας.
Η ιππική τάξη -σε αντίθεση με τη συγκλητική- χαρακτηριζόταν από μεγαλύτερη εθνική ανομοιογένεια, αφού με μεγαλύτερη ευκολία οι κάτοικοι των επαρχιών μπορούσαν να συγκεντρώσουν το ελάχιστο απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την εισαγωγή τους σε αυτήν. Τον 1ο αιώνα μ.X., τόσο οι επαρχιώτες ιππείς όσο και οι συγκλητικοί προέρχονταν στην πλειοψηφία τους από τις αστικοποιημένες επαρχίες, όπως ήταν η Ασία στην Ανατολή. Η ίδρυση ρωμαϊκών πόλεων σε διάφορες επαρχίες οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία οικονομικά ευκατάστατων οικογενειών εμφορούμενων από τη ρωμαϊκή νοοτροπία, μέλη των οποίων μπορούσαν να τιμηθούν με το δημόσιο ίππο (equus publicus).

ΠΛΗΒΕΙΟΙ

Τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν είχαν τόσο εμφανή ιεραρχικά χαρακτηριστικά όσο τα ανώτερα, αλλά συμπεριελάμβαναν τις εξής ομάδες του πληθυσμού: τους εκ γενετής ελεύθερους, τους απελεύθερους και τους δούλους. Οι ομάδες αυτές είχαν συχνά μία περαιτέρω κοινωνική ιεράρχηση με βάση τη νομική τους θέση, αλλά δεν είναι δυνατόν να οριστούν σαφώς οι κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στις ομάδες. Ένας βασικός διαχωρισμός, εντούτοις, μπορεί να γίνει ανάμεσα στους πληβείους των αστικών και των αγροτικών περιοχών, ο οποίος και δικαιολογείται από τις επαγγελματικές, οικονομικές, ακόμη και πολιτισμικές διαφορές που υπήρχαν μεταξύ του αγροτικού και του αστικού πληθυσμού.
Οι πληβείοι των πόλεων είχαν τα απαραίτητα για την εξασφάλιση της επιβίωσής τους, αλλά οι συνθήκες εργασίας τους ήταν δυσμενείς και η διατροφή και ένδυσή τους ελλιπείς. Αυτή ήταν η τάξη που κυρίως υπέφερε σε περίπτωση έλλειψης ή ανεπάρκειας τροφίμων στις πόλεις. Τα μέλη της ασκούσαν επαγγέλματα χειρωνακτικά ή πνευματικά, όπως του γιατρού, παιδαγωγού, νομικού συμβούλου, μουσικού, ηθοποιού, βιοτέχνη και εμπόρου. Δεν έλειπαν όμως και εκείνοι που ασχολούνταν με την καλλιέργεια των κτημάτων, κυρίως στις μικρές, επαρχιακές πόλεις.
Η ζωή των πληβείων των πόλεων εμπλουτιζόταν με ποικίλες ψυχαγωγικές δραστηριότητες που οργανώνονταν στις πόλεις και χρηματοδοτούνταν είτε από τον αυτοκράτορα είτε από εύπορους πολίτες. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι αγώνες μονομάχων ή και ζώων στα αμφιθέατρα, οι ιπποδρομίες και οι θεατρικές παραστάσεις. Στην Ελλάδα τέτοιες δραστηριότητες λάμβαναν χώρα σε πολλές πόλεις όπως στους Φιλίππους, την Kόρινθο, τη Nικόπολη, τη Bέροια και τη Θεσσαλονίκη.

Στους πληβείους των αγροτικών περιοχών ανήκε η κατηγορία των δούλων που εργαζόταν σε μεγάλα αγροκτήματα και συχνά ανέπτυσσε μία πατριαρχική σχέση με τον ιδιοκτήτη της, οι ελεύθεροι γεωργοί, οι οποίοι είχαν μικρή ατομική ιδιοκτησία γης ή ήταν υπενοικιαστές κτημάτων και οι απελεύθεροι που ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες.

ΔΟΥΛΟΙ

Η δουλεία ήταν ευρύτατα διαδεδομένη σε όλες τις επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπως φαίνεται από τις πολυάριθμες επιγραφές που έχουν βρεθεί σε διάφορες πόλεις της. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Περγάμου στην επαρχία της Ασίας, όπου στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. το ένα τρίτο σχεδόν του πληθυσμού της ήταν δούλοι.
Ο αριθμός των δούλων που είχε η κάθε οικογένεια εξαρτιόταν από την οικονομική της κατάσταση. Oι τιμές απόκτησής τους κυμαίνονταν μεταξύ 800 και 2500 σηστερτίων και σε μεγάλο βαθμό εξαρτιόνταν από τις τιμές που ίσχυαν στην αγορά κάθε περιοχής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Επηρεάζονταν όμως και από άλλα κριτήρια, όπως το φύλο -οι γυναίκες κόστιζαν λιγότερο από τους άντρες- την ηλικία και τη μόρφωση των δούλων.
Tην εποχή του Aυγούστου, οι δούλοι –τόσο στη Pώμη όσο και στις επαρχίες της- προέρχονταν από τον ίδιο τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας, καθώς το φαινόμενο της υποδούλωσης αιχμαλώτων πολέμου δεν ήταν πια τόσο συχνό. Για παράδειγμα, μετά από τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Μακεδονίας ομάδες του ντόπιου πληθυσμού υποβιβάστηκαν σε δούλους, φαινόμενο που παρατηρήθηκε και σε διάφορες άλλες περιοχές τόσο της Ελλάδας όσο και της επαρχίας της Ασίας.

Επιπλέον ως δούλοι χρησιμοποιούνταν και τα παιδιά που γεννιούνταν από δούλους, και τα οποία ονομάζονταν οικογενείς. Άλλη πηγή απόκτησης δούλων αποτελούσε η εκούσια υποδούλωση, κατά την οποία οι οικονομικά άπορες οικογένειες συνήθιζαν να "εκθέτουν" τα παιδιά τους και αυτός που θα τα μεγάλωνε είχε το δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί ως δούλους (θρεπτοί, alumni). Αυτή η συνήθεια είχε πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις σε ορισμένες περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπως για παράδειγμα στη Βιθυνία, κυρίως λόγω της ευνοϊκότερης μεταχείρισης των δούλων στη συγκεκριμένη επαρχία.

Η απελευθέρωση των δούλων (manumissio), πρωτίστως αυτών των πόλεων, ήταν συχνό φαινόμενο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Μάλιστα, την εποχή του Αυγούστου, ο αριθμός των απελεύθερων είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρηθεί ότι εγκυμονεί πολιτικό και κοινωνικό κίνδυνο για το κράτος και να γίνουν προσπάθειες να ρυθμιστεί το θέμα νομοθετικά. Η απελευθέρωση των δούλων στις αγροτικές περιοχές ήταν σπανιότερη, αφού οι μεγαλοκτηματίες ενδιαφέρονταν να διατηρήσουν ακέραιο τον αριθμό των δούλων που είχαν στην ιδιοκτησία τους. Πολλοί δούλοι τέλος προσέβλεπαν στην απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων μετά την απελευθέρωσή τους.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η οικογένεια αποτελούσε τη βασική κοινωνική μονάδα της ρωμαϊκής κοινωνίας, αφού μέσω αυτής μεταφέρονταν στα μέλη της ο πλούτος και η κοινωνική τους θέση. Το ρωμαϊκό ιδιωτικό δίκαιο αποτελεί την κύρια πηγή πληροφοριών για τη ρωμαϊκή οικογένεια ( familia), τα μέλη της οποίας βρίσκονταν κάτω από την εξουσία ενός ατόμου, του πατέρα, ο οποίος ονομαζόταν pater familias.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ

Ηγετικός ήταν ο ρόλος του άντρα στη ρωμαϊκή οικογένεια, καθώς είχε το δικαίωμα να ασκεί εξουσία στα μέλη της, να επιβάλλει τιμωρίες και να είναι ο κύριος του οίκου. Το γεγονός ότι η σύζυγός του δεν ήταν νομικά κάτω από την εξουσία του -συχνά μόνο ένα τμήμα της περιουσίας της περνούσε στην κατοχή του συζύγου της- δε σημαίνει αναγκαστικά ότι εξαιρούνταν και από την κυριαρχία του. Οι άντρες των υψηλών κοινωνικών τάξεων είχαν το δικαίωμα να παντρευτούν περισσότερες από μία φορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους, όπως συχνά συνέβαινε σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της γυναίκας τους.

Ο αυταρχισμός ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της εξουσίας του πατέρα μέσα στον οίκο, ο οποίος μάλιστα είχε δικαιώματα ζωής και θανάτου απέναντι στα παιδιά του (vitae necisque potestas). Μέχρι το τέλος του 3ου αιώνα μ.Χ. ο πατέρας ήταν εκείνος που αποφάσιζε αν θα εγκατέλειπε τα παιδιά του (έκθεση νεογέννητων), ή θα αναλάμβανε την ανατροφή τους. Εάν επέλεγε να τα αναθρέψει, είχε αυτομάτως απέναντί τους νομική εξουσία μέχρι το θάνατό τους. Η συγκατάθεσή του ήταν αναγκαία για το γάμο των παιδιών του ανεξαρτήτως φύλου, ενώ μόλις το 2ο-3ο αιώνα μ.X. περιορίστηκε η δικαιοδοσία που είχε να διαλύει αυτούς τους γάμους.

Ο πατέρας είχε στην κατοχή του όλη την οικογενειακή περιουσία και μπορούσε να τη διαθέσει, μετά το θάνατό του, με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμούσε. Υπάρχουν μάλιστα και περιπτώσεις που ο πατέρας αποκλήρωνε τα παιδιά του, γεγονός όμως που προϋπέθετε ρητή αναφορά στη διαθήκη του. Η καταπίεση που ασκούσε συχνά δημιουργούσε στους γιους του αισθήματα εχθρότητας, σε σημείο που να θεωρούνται τυχεροί εκείνοι που τον είχαν χάσει από νωρίς.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και στην ελληνική, η γυναίκα είχε τη φροντίδα του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Οι βαριές οικιακές εργασίες εκτελούνταν από τους δούλους, τουλάχιστον στις αριστοκρατικές οικογένειες που είχαν στην κατοχή τους μεγάλο αριθμό τους. Οι γυναίκες των υψηλών κοινωνικών στρωμάτων μορφώνονταν και είχαν τη δυνατότητα να συνοδεύουν τους συζύγους τους σε εκδηλώσεις κοινωνικού (συμπόσια) ή ακόμη και πολιτικού χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η γυναίκα αναλάμβανε ένα ρόλο μέσα στην οικογένεια που έμοιαζε αρκετά με εκείνον του συζύγου της.

Η δράση της δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στο χώρο του σπιτιού, αλλά εκτεινόταν και σε δημόσιους χώρους της πόλης, όπως στην αγορά. Επιπλέον, γυναίκες από όλες τις κοινωνικές τάξεις -ακόμη και δούλες και πόρνες- προσέρχονταν στα ιερά, για να συμμετάσχουν σε θρησκευτικές τελετές. Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση της Iουνίας Θεοδώρας από τη Λυκία, η οποία είχε εγκατασταθεί στην Κόρινθο στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. ως πρέσβειρα των Λυκίων εκεί αναλαμβάνοντας ποικίλες δραστηριότητες πολιτικού, θρησκευτικού ή ακόμη και εμπορικού χαρακτήρα.
Η ρωμαϊκή αντίληψη για τη θέση της γυναίκας είχε θετικό αντίκτυπο και στην Ελλάδα, όπως δείχνει η αναβάθμιση του κοινωνικού ρόλου της στη Βέροια της Μακεδονίας αλλά και η ανάδειξή της σε σημαντικά αξιώματα, κυρίως θρησκευτικά. Ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι που αποκτούσαν ορισμένες γυναίκες, σύζυγοι των Μακεδονιαρχών (αξιωματούχων που τα καθήκοντά τους σχετίζονταν με τη διοργάνωση της αυτοκρατορικής λατρείας στην πόλη), καθώς και η απονομή δημόσιων τιμών σε γυναίκες. Η Φλάβια Ισιδώρα είχε και αυτή τον τίτλο του άντρα της (Μακεδονιάρχισσα), ενώ άλλες -όπως η Αιλία Αλεξάνδρα και η Λουκία Αυρηλία- ήταν ανώτερες ιέρειες της δημόσιας λατρείας. Οι γυναίκες επίσης, όπως φαίνεται από τις επιγραφές της Βέροιας, είχαν τη δυνατότητα να απελευθερώνουν δούλους και να κάνουν δωρεές. Στις περισσότερες περιπτώσεις ενεργούσαν ανεξάρτητα, ενώ σε κάποιες άλλες μόνο μετά τη συγκατάθεση των αδερφών, του άντρα ή της κόρης τους.
ΠΑΙΔΙΑ

Η ανατροφή των παιδιών ανατίθετο στους δούλους. Η αυξημένη βρεφική και παιδική θνησιμότητα -το ένα τέταρτο του αριθμού των νεογέννητων δεν επιβίωναν πάνω από ένα έτος- δεν επέτρεπε στους γονείς να επενδύσουν συναισθηματικά στα παιδιά τους. Δεν υπάρχουν πληροφορίες που να προσδιορίζουν τη σχέση ανάμεσα στη μητέρα και τα παιδιά στη ρωμαϊκή κοινωνία. Σε περίπτωση διαζυγίου των γονιών τα παιδιά παρέμεναν με τον πατέρα τους, ο οποίος συχνά ξαναπαντρευόταν. Τα παιδιά των εύπορων οικογενειών είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν.

Οι κόρες εγκατέλειπαν το σπίτι τους κατά την ενηλικίωση -περίοδο κατά την οποία συνήθως παντρεύονταν- ή ακόμη νωρίτερα, όπως συνέβαινε με τις κόρες των αριστοκρατικών οικογενειών, που παντρεύονταν σε ηλικία μόλις 12 ετών. Αντίθετα τα άρρενα μέλη της οικογένειας -αν και η ηλικία γάμου τους ήταν γύρω στα 30- εγκατέλειπαν νωρίτερα το πατρικό τους σπίτι, είτε για να υπηρετήσουν τη θητεία τους στο στρατό, είτε για να διαχειριστούν ένα μέρος της πατρικής περιουσίας που βρισκόταν μακριά από το σπίτι τους, ή ακόμη και για να ανεξαρτητοποιηθούν από την καταπιεστική πατρική εξουσία.

Οι Ρωμαίοι, τουλάχιστον των αριστοκρατικών τάξεων, είχαν μία ατομιστική αντίληψη για τη ζωή και δεν έδειχναν άμεσο ενδιαφέρον ούτε για την επιτυχία της οικογένειας ούτε για τη διαδοχή τους, σε αντίθεση με τους Έλληνες. Πολλές φορές συνέβαινε ο πατέρας να αποφασίσει ότι η κόρη του θα αποτελούσε το συνεχιστή του οίκου του -οπότε δεν επιδίωκε την απόκτηση γιου- ή ακόμη προτιμούσε να υιοθετήσει ένα γιο και μάλιστα ενήλικα.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΩΝΕΙΑ

Με τον όρο πατρωνεία εννοείται η αμοιβαία σχέση μεταξύ ανθρώπων που δεν ανήκαν στην ίδια κοινωνική τάξη και δεν είχαν τους ίδιους οικονομικούς πόρους. Τη θέση ενός Ρωμαίου στην κοινωνία της εποχής του καθόριζαν οι εξής παράγοντες: η κατάταξή του στην κοινωνική ιεραρχία, ο ρόλος του στην οικογένεια και η εμπλοκή του σε ένα πλέγμα σχέσεων εκτός του οίκου του. Πιο συγκεκριμένα, οι Ρωμαίοι είχαν υποχρεώσεις απέναντι στις οικογένειές τους, στα συγγενικά τους πρόσωπα, στους φίλους τους• γενικά σε όσους εξαρτιόνταν από αυτούς μέσα και έξω από τον οίκο, και περίμεναν την υποστήριξή τους. Επειδή η ευεργεσία και η ανταπόδοση αποτελούσαν θέματα τιμής στη ρωμαϊκή κοινωνία, αυτή η δυναμική της ανταλλαγής καθόριζε εν μέρει και την κοινωνική θέση όσων εμπλέκονταν.

Με βάση τις σχέσεις πατρωνείας, ο κάθε Ρωμαίος είχε "ανώτερους", "κατώτερους", "ίσους φίλους" και "ταπεινούς" πελάτες, κατηγοριοποιήσεις που εξαρτιόνταν από τις οικονομικές δυνατότητες των επιμέρους ομάδων. Μερικοί μόνο είχαν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν ισάξια οφέλη, οι οποίοι και χαρακτηρίζονταν φίλοι "ίσης" κοινωνικής στάθμης. Οι υπόλοιποι βρίσκονταν υψηλότερα ή χαμηλότερα στην ιεραρχία, σύμφωνα με τη δυνατότητά τους να παρέχουν ανώτερες ή κατώτερες υπηρεσίες ως ανταπόδοση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι Ρωμαίοι προσπαθούσαν να αποκρύψουν την ευνοϊκή τους μεταχείριση, προκειμένου να αποφύγουν να χαρακτηριστούν κοινωνικά κατώτεροι, επειδή απευθύνθηκαν σε κάποιο πρόσωπο για βοήθεια. Το ρωμαϊκό σύστημα της πατρωνείας επικράτησε στην κοινωνία των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας, και παρέμεινε σε ισχύ στην Ελλάδα και στην Ασία για πολλούς αιώνες.
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΝ ΡΩΜΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Η ηπειρωτική Ελλάδα, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, υπέφερε ήδη από σοβαρά οικονομικά προβλήματα που σταδιακά εντείνονταν. Αυτό κυρίως οφειλόταν στην ευρεία πλέον εμπορική χρήση της Μεσογείου και στη διάθεση φθηνότερου εισαγόμενου ελαιόλαδου και κρασιού -των δύο βασικών προϊόντων που εξήγαν οι ελληνικές πόλεις- σε σύγκριση με εκείνα που παράγονταν τοπικά.
Ο περιηγητής Στράβων περιέγραψε την Αρκαδία, τη Μεσσηνία και τη Λακωνία ως περιοχές των οποίων ο πληθυσμός είχε μειωθεί, κάποιες μάλιστα και ως ερημωμένες περιοχές. Η άποψή του όμως αυτή, διαμορφωμένη σε σύγκριση πάντα με την ευημερία που επικρατούσε στις ελληνικές περιοχές την Κλασική και Ελληνιστική περίοδο, θεωρείται υπερβολική. H αρχαιολογική έρευνα έχει δείξει ότι, ενώ ο πληθυσμός στις αγροτικές περιοχές φανερώς μειώθηκε, στις πόλεις συνεχώς αυξανόταν.
Η άμεση μεσολάβηση της Ρώμης στην ίδρυση αποικιών και στην επανίδρυση πόλεων στην ελληνική επικράτεια, σίγουρα ώθησε την τοπική οικονομία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κορίνθου, όπου η εγκατάσταση κατοίκων άρχισε από τον καιρό του Ιούλιου Καίσαρα το 44 π.Χ., και της Πάτρας που ιδρύθηκε από τον Αύγουστο το 14 μ.Χ. Το ίδιο συνέβη και με την αναπτυσσόμενη Νικόπολη, κοντά στο Άκτιο, η οποία ιδρύθηκε από τον Αύγουστο και κατοικήθηκε από τον πληθυσμό που μεταφέρθηκε εκεί από τις γύρω περιοχές.
Άλλες πόλεις, πάλι, ένδοξες όπως η Αθήνα, συχνά υποστηρίζονταν με αυτοκρατορικές χρηματικές δωρεές στο όνομα του λαμπρού παρελθόντος τους.
Ωστόσο, δεν έλειπαν και οι εκδηλώσεις δυσαρέσκειας που ξέσπασαν σε αρκετές πόλεις κυρίως στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι η Θεσσαλία τιμωρήθηκε για τέτοιου είδους εκδηλώσεις χάνοντας κάποια στιγμή το δικαίωμά της να είναι ελεύθερη περιοχή.
Σε γενικές γραμμές, οι περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας -από οικονομικής άποψης πάντα- παρέμειναν στο περιθώριο. Αυτό εν μέρει συνέβη, επειδή και από στρατηγικής σημασίας ήταν υποδεέστερες. Δεν μπορούσαν επομένως να ωφεληθούν από τα αυτοκρατορικά κονδύλια που διατίθεντο για τη συντήρηση των ρωμαϊκών λεγεώνων στις διάφορες επαρχίες. Οι κοντινότερες λεγεώνες στα ελληνικά εδάφη ήταν σταθμευμένες στη Μοισία (βόρεια και δυτικά της Θράκης και της Μακεδονίας).
Όσον αφορά τις πόλεις της Μικράς Ασίας, αυτές βρίσκονταν σε σαφώς καλύτερη οικονομική κατάσταση από εκείνες της κυρίως Ελλάδας. Την εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας προσαρμόστηκαν ευκολότερα στη φορολογική πολιτική της Ρώμης, αντιμετωπίζοντας έτσι τα λιγότερα δυνατά προβλήματα. Οι περισσότεροι εξάλλου έλληνες αριστοκράτες -μέλη της ρωμαϊκής Συγκλήτου- προέρχονταν από τις περιοχές της Μικράς Ασίας.

Θα μπορούσε, τελικά, να ειπωθεί ότι σε γενικές γραμμές οι ελληνικές πόλεις αναπτύχθηκαν και ότι σε ορισμένα μέρη η γη περιείλθε στην κατοχή ενός μικρού αριθμού πλουσίων. Αντίθετα, οι περιοχές που βρίσκονταν μακριά από τα μεγάλα κέντρα -όπως για παράδειγμα η Εύβοια που τα κοιτάσματα χαλκού της είχαν πλέον εξαντληθεί- υπέστησαν μία σοβαρή μείωση του πληθυσμού τους και έναν γενικότερο μαρασμό.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΩΜΗ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Στην περίοδο της ετρουσκικής κυριαρχίας, που έληξε οριστικά το 509 π.Χ., αποδίδονται η ανάπτυξη της πόλης της Ρώμης γύρω από μία κεντρική αγορά -το forum- και η τείχιση της ευρύτερης περιοχής της δημιουργώντας το λεγόμενο pomoerium. Για πρώτη φορά στην ιστορία της περιοχής χτίστηκαν λίθινοι ναοί, ο σημαντικότερος από τους οποίους ήταν το Καπιτώλιο. Συγχρόνως με την πολεοδομική ανάπτυξη της Ρώμης, πραγματοποιήθηκαν και έργα εγγειοβελτιωτικά όπως η αποξήρανση των ελών στη γύρω περιοχή.

Παράλληλα οι Ετρούσκοι -και ιδιαίτερα ο δεύτερος βασιλιάς τους Servius Tullius- συνέβαλαν στη διαμόρφωση σημαντικών κοινωνικοοικονομικών, θρησκευτικών και πολιτικών θεσμών παρόμοιων με αυτούς που εμφανίζονταν την ίδια εποχή σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, καθώς και στην εισαγωγή του αλφάβητου.

Η βασιλεία στη Ρώμη δεν έγινε ποτέ κληρονομική. Ο βασιλιάς εκλεγόταν από τη Σύγκλητο (senatus) ή από τη συνέλευση των comices curiates, αφού πρώτα εξετάζονταν προσεκτικά οι οιωνοί, για να διαπιστωθεί, εάν ήταν σύμφωνη και η γνώμη των θεών. Με την εκλογή του ο βασιλιάς αποκτούσε το imperium, την ανώτατη δηλαδή θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική εξουσία. Ήταν πλέον ο ανώτατος αρχιερέας (pontifex maximus) που επέβλεπε τις θυσίες, ερμήνευε τους οιωνούς, καθόριζε τις ιερές ημέρες, διηύθυνε τις πολεμικές επιχειρήσεις και απέδιδε τη δικαιοσύνη.
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η Βασιλεία στη Ρώμη έληξε με την ανατροπή και εκδίωξη του τελευταίου Ετρούσκου βασιλιά, του Tαρκύνιου Yπερήφανου (Tarcinius Superbus), το 509 π.Χ. Στο αποτέλεσμα αυτό οδήγησαν τόσο η αποδυνάμωση της ετρουσκικής δύναμης, όσο και οι πολεμικές πιέσεις των άλλων ιταλικών λαών, καθώς και οι πολιτικοί χειρισμοί των ελλήνων αποίκων της Μεγάλης Ελλάδας. Στο νέο πολιτικό σχήμα, το οποίο έμεινε συμβατικά γνωστό ως "Δημοκρατία", την ανώτατη εξουσία που παλαιότερα ενσάρκωνε ο βασιλιάς, έλαβαν τώρα οι δύο ύπατοι (consules.) Η θητεία τους ήταν ετήσια, συνέχισαν όμως να εκλέγονται από τη Σύγκλητο, γεγονός που αποδεικνύει ότι το πολίτευμα παρέμεινε στην ουσία του αριστοκρατικό.
Στο σύνολό της η περίοδος χαρακτηρίστηκε από σφοδρούς πολέμους και κοινωνικές αναταραχές. Οι συνεχείς πόλεμοι όμως ευνόησαν την εδαφική επέκταση του κράτους και συνέβαλαν στην αύξηση του γοήτρου και του πλούτου των μελών των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων -των πατρικίων- οι οποίοι και καρπώθηκαν σε μεγάλο βαθμό τις στρατιωτικές επιτυχίες. Παράλληλα, η ενεργός συμμετοχή των πληβείων στις πολεμικές εκστρατείες, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειονότητα του αγροτικού κυρίως πληθυσμού, είχε ως αποτέλεσμα να αφήνονται ακαλλιέργητα για μεγάλο χρονικό διάστημα τα χωράφια τους, που τελικά προσαρτούνταν στην περιουσία των πλούσιων πατρικίων οξύνοντας έτσι τις κοινωνικές ανισότητες.
Παράλληλα οι πληβείοι, αξιολογώντας την προσφορά τους στην ισχυροποίηση της θέσης της Ρώμης ως νέας ανερχόμενης δύναμης στο χώρο της Μεσογείου, διεκδίκησαν τη συμμετοχή τους στα κοινά, και για το λόγο αυτό ήρθαν κατά καιρούς σε ρήξη με τους πατρικίους. Οι έντονες συγκρούσεις που ξεκίνησαν από το 494 π.Χ. στους κόλπους της ρωμαϊκής κοινωνίας επέφεραν τα ακόλουθα αποτελέσματα. Το 471 π.Χ. η συνέλευση του λαού δημιούργησε ένα νέο αξίωμα, τους δημάρχους, που ήταν επιφορτισμένοι να προστατεύουν τα δικαιώματα του λαού από τις αυθαιρεσίες των αρχόντων. Γύρω στα 450 π.Χ. καταγράφηκαν για πρώτη φορά οι νόμοι ( η Δωδεκάδελτος), με τους οποίους θα ελεγχόταν στο εξής ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης, ενώ από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. αποφασίστηκε να γίνονται πλέον δεκτοί και πληβείοι στα ανώτατα αξιώματα του κράτους.
Οι νέες οικονομικές δυνατότητες -που δημιουργήθηκαν εξαιτίας των εδαφικών επεκτάσεων- σε συνδυασμό με τις θεσμικές κατακτήσεις των πληβείων είχαν ως αποτέλεσμα να αναδιαρθρωθεί το αριστοκρατικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας. Διαμορφώθηκαν έτσι πέντε τάξεις και η ένταξη σε αυτές καθοριζόταν με κριτήριο τον πλούτο. Μία ιδιαίτερη πληθυσμιακή ομάδα (infra classem) αποτέλεσαν οι προλετάριοι, οι οποίοι έχοντας ως μοναδική "περιουσία" τα παιδιά τους, και συνεπώς κανένα υλικό αγαθό για να προστατέψουν, δε συμμετείχαν στις πολεμικές εκστρατείες.

Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της, η Δημοκρατία κλονίστηκε σημαντικά από τρία σπουδαία γεγονότα: τη γρακχική κρίση (133-121 π.Χ.), τους δουλικούς πολέμους (135-132, 104-101, 74-71 π.Χ.) και το συμμαχικό πόλεμο (91-88 π.Χ.). Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένους μελετητές, οι συγκρούσεις αυτές προετοίμασαν το έδαφος και για την οριστική κατάλυσή της.

Παρ' όλα αυτά οι Ρωμαίοι ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για τη διατήρηση της ελευθερίας τους και υπήρξαν αρκετά καχύποπτοι απέναντι σε όσους πολίτες είχαν αποκτήσει εξαιρετική πολιτική δύναμη και μπορούσαν ενδεχομένως να θέσουν σε κίνδυνο τη "Res Publica". Για το λόγο αυτό η ελευθερία, ως ιδεολογικό πρότυπο, προπαγανδίστηκε κατά την περίοδο της Δημοκρατίας, ώστε συχνά οι νικητές των εμφυλίων πολέμων να προβάλλουν ως οι απελευθερωτές του ρωμαϊκού λαού από επίδοξους τυράννους. Συγκεκριμένα, ο Βρούτος μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα έκοψε νομίσματα με το θέμα της ελευθερίας, ενώ τα πολιτικά μέτρα του Αυγούστου -που περιγράφονται στα εδάφια των "Πράξεών" του- αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της "Ελεύθερης Πολιτείας".
ΔΥΝΑΣΤΕΙΕΣ

Ανιψιός και θετός γιος του Ιουλίου Καίσαρα, ο Αύγουστος, μετά τη νίκη του επί του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας στο Άκτιο το 31 π.Χ., κατόρθωσε να προσεταιριστεί το μεγαλύτερο μέρος της Συγκλήτου, για να νομιμοποιήσει ένα καινούργιο πολιτικό σύστημα, γνωστό ως "Ηγεμονία" ή "Αυτοκρατορία". Απέφυγε με σύνεση τις πολιτικές ακρότητες του Ιουλίου Καίσαρα, ενώ με την επιλογή ικανών φίλων και υποστηρικτών -όπως του γαμπρού του M. Vipsanius Agrippa- διεξήγαγε επιτυχείς πολέμους.

Ο ίδιος διέμεινε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις ελληνόφωνες περιοχές της Ανατολής, και κυρίως στη Σάμο, την Αίγινα και την Αθήνα. Εκεί προσπάθησε να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τους ελληνιστικούς ηγεμόνες, τις πόλεις και τα κοινά, που είχαν στην πλειοψηφία τους υποστηρίξει κατά την εμφύλια ρωμαϊκή διαμάχη το νικημένο πια Αντώνιο.
Παράλληλα, στη Ρώμη τού αποδόθηκαν πολλές τιμές και σταδιακά κατάφερε να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του, χωρίς τυπικά τουλάχιστον να προσπαθήσει να μεταβάλει τη μορφή του πολιτεύματος. Ο Αύγουστος απέκτησε το δικαίωμα να διορίζει τους διοικητές και τους ανώτερους στρατιωτικούς στις αυτοκρατορικές επαρχίες, στις οποίες υπήρχαν στρατεύματα. Επέφερε ακόμα σημαντικές αλλαγές στην οργάνωση των οικονομικών του κράτους, που θα επέτρεπαν την άμεση φορολόγηση των υπηκόων χωρίς πλέον τη διαμεσολάβηση των publicani. Ευνόησε τέλος την αναβίωση παλαιών ρωμαϊκών λατρειών, ανοικοδόμησε τα ιερά "ξεχασμένων" σχεδόν θεοτήτων και εισήγαγε τη λατρεία του Απόλλωνα στον Παλατίνο λόφο, τον οποίο μάλιστα θεώρησε και ως προστάτη θεό του.

Μετά το θάνατό του η Σύγκλητος τον αποθέωσε. Ο Αύγουστος έγινε δεκτός μεταξύ των θεών και ονομάστηκε divus (θεός), όπως είχε συμβεί και στο παρελθόν με το θετό του πατέρα Ιούλιο Καίσαρα.

Η επιτυχής πολιτική του Αυγούστου σε όλους τους τομείς, συνέβαλε στην ανάδειξη της Ρώμης σε κυρίαρχη δύναμη στην τότε γνωστή οικουμένη. Επιπλέον, υμνήθηκε αρκετά από τους ποιητές της περιόδου αυτής και προπαγανδίστηκε μέσα από τα νομίσματα που κυκλοφορούσαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.
ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΕΣ

• ΙΟΥΛΙΟ - ΚΛΑΥΔΙΟΙ
• ΦΛΑΒΙΟΙ
• ΑΝΤΩΝΙΝΟΙ
• ΣΕΒΗΡΟΙ
• ΙΛΛΥΡΙΟΙ
• ΤΕΤΡΑΡΧΙΑ
ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ

Ο έλληνας ιστορικός Πολύβιος, που γνώρισε τη Ρώμη στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ., θαύμασε το πολιτειακό της σύστημα. Σε αυτό διέβλεπε την αρμονική συνύπαρξη των δημοκρατικών, ολιγαρχικών και βασιλικών θεσμών, οι οποίοι διαφαίνονταν αντίστοιχα στη λειτουργία των συνελεύσεων των πολιτών, της Συγκλήτου και του αξιώματος των δύο υπάτων.Στην πραγματικότητα, όμως, το ρωμαϊκό πολίτευμα και κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου διατήρησε σε μεγάλο βαθμό την αριστοκρατική του μορφή. Η Σύγκλητος, στην οποία συμμετείχαν όλες οι ηγετικές προσωπικότητες της ρωμαϊκής αριστοκρατίας, εξακολούθησε να αποτελεί το σημαντικότερο φορέα στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.
Ενάμισι μόλις αιώνα αργότερα, στα χρόνια του Αυγούστου, ο διορισμός των συγκλητικών αλλά και των ιππέων πέρασε στην αποκλειστική δικαιοδοσία του αυτοκράτορα, ο οποίος με τον τρόπο αυτό έδειχνε την εύνοιά του στα μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Συγχρόνως, όμως, επιβεβαιώθηκε και η συνεχώς αυξανόμενη ανησυχία των Ρωμαίων ότι η εξισορρόπηση των διαφορετικών θεσμών στο ρωμαϊκό πολίτευμα ήταν πολύ εύθραυστη, για να διατηρηθεί.
ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Η σταδιακή μετατροπή της Ρώμης από πόλη-κράτος σε πρωτεύουσα μίας τεράστιας αυτοκρατορίας αποτελεί για την ιστορία της Μεσογείου το σημαντικότερο ίσως ιστορικό γεγονός, μετά την κατάκτηση των περσικών βασιλείων από τον Αλέξανδρο.
Στη διαμόρφωση των συνόρων της αυτοκρατορίας συνετέλεσαν οι εδαφικές επεκτάσεις που οφείλονταν τόσο στους κατακτητικούς πολέμους, όσο και στην προσάρτηση των πελατειακών εξαρτημένων κρατών. Κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα μ.Χ. τα περισσότερα από αυτά τα ανεξάρτητα ακόμα -από τυπικής άποψης- κράτη έγιναν ρωμαϊκές επαρχίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν: η Καππαδοκία επί Τιβερίου, η Μαυριτανία επί Καλιγούλα, η Θράκη και το Νωρικό επί Κλαυδίου και τέλος η Αραβία επί Τραϊανού.

Οι κατακτητικοί πόλεμοι επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις ενδοπολιτειακές εξελίξεις στη Ρώμη και ως ένα σημείο μπορούν να θεωρηθούν και αποτέλεσμά τους. Πάντως μετά τον Αύγουστο οι κύριες πολιτικές κατευθύνσεις αποσκοπούσαν περισσότερο στη διατήρηση των συνόρων της αυτοκρατορίας και λιγότερο στην επέκτασή τους, όπως εξάλλου διαφαίνεται και από τη σταδιακή μετατροπή του ρωμαϊκού στρατού από κατακτητικό όργανο σε φρουρό των συνόρων. Παρ‘ όλα αυτά χρησιμοποιήθηκε ως μέσο εδαφικής επέκτασης του κράτους στη Βρετανία, στην Άνω Γερμανία και εναντίον των Δακών και των Πάρθων.
Οι επιπτώσεις των επεκτάσεων αυτών ήταν πολύ σημαντικές, αφού επηρέασαν την οικονομία, την κοινωνική ζωή και την πολιτική σκέψη. Η αύξηση της δουλείας και το πλεόνασμα στην οικονομία σηματοδότησαν τη νέα κατάσταση και συνετέλεσαν στη διαμόρφωση μίας εύπορης τοπικής αριστοκρατίας, που επιδόθηκε εντονότερα σε πράξεις ευεργεσίας. Η στρατιωτική και πολιτική επιβολή της Ρώμης στην Ανατολή είχε ως αποτέλεσμα ο ελληνιστικός πολιτισμός να γίνει γνωστός σε αυτήν και να επιδράσει με τη σειρά του αποφασιστικά στη διαμόρφωση της δυτικής πολιτικής σκέψης και στη δημιουργία μίας κοινής πολιτιστικής γλώσσας, προορισμένες και οι δύο να αποτελέσουν μεταγενέστερα το σημείο αναφοράς του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Οι Ρωμαίοι γνώριζαν την ελληνική τέχνη, πολύ πριν κατακτήσουν τον ελληνικό χώρο. Τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα των Ελλήνων, που ζούσαν στις πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας ήδη από τους γεωμετρικούς χρόνους, συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της ρωμαϊκής τέχνης, ιδιαίτερα μετά τον 4ο αιώνα π.Χ. Με τη σταδιακή κατάκτηση των ελληνιστικών βασιλείων, από τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., οι Ρωμαίοι ήρθαν αμεσότερα σε επαφές με τους λαούς της Μεσογείου, γνώρισαν καλύτερα τις καλλιτεχνικές παραδόσεις τους και η τέχνη τους δέχτηκε εντονότερα τις ελληνιστικές επιδράσεις.

Η ιδιαιτερότητα της ελληνορωμαϊκής τέχνης έγκειται στη γόνιμη σύζευξη μορφολογικών στοιχείων και εκφραστικών τάσεων, τόσο ελληνικών όσο και ρωμαϊκών. Οι Έλληνες καλλιτέχνες μέσα από τα έργα τους μπόρεσαν, όχι μόνο να αποδώσουν τη δυναμική των καλλιτεχνικών ρευμάτων της εποχής τους, αλλά ταυτόχρονα και να αναδείξουν την τεχνοτροπική παράδοση της πατρίδας τους, να αποδείξουν τις ικανότητές τους και να εκφράσουν τις προσωπικές τους ευαισθησίες.

Η τέχνη, κατά τη διάρκεια της Δημοκρατικής περιόδου στη Ρώμη (503-31 π.Χ.), γινόταν όλο και περισσότερο διακοσμητική εξυπηρετώντας παράλληλα την πολιτική ιδεολογία της άρχουσας τάξης και την ανάγκη της για κοινωνική προβολή.

Κύριο καλλιτεχνικό φαινόμενο των χρόνων του Αυγούστου (31 π.Χ.-14 μ.Χ.), με τον οποίο ξεκινά μια νέα περίοδος της ρωμαϊκής ιστορίας, γνωστή ως Αυτοκρατορία, ήταν η υιοθέτηση εκφραστικών μέσων και μορφών, που αντλούσαν τα πρότυπά τους από το κλασικό ελληνικό παρελθόν. Το ρεύμα αυτό, που έμεινε γνωστό στην ιστορία της τέχνης ως "κλασικισμός", γίνεται περισσότερο εμφανές στη γλυπτική.
Γύρω στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ., ρεαλιστικά στοιχεία και διακοσμητικά μοτίβα προσδίδουν δυνατό πάθος στην έκφραση των μορφών.
Κατά το 2ο αιώνα μ.Χ., η τέχνη κάνει στροφή προς τον κλασικισμό και ιδιαίτερα προς τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του Αυγούστου. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αντωνίνειας τεχνοτροπίας είναι η εκτεταμένη χρήση της φωτοσκίασης, προκειμένου να αποδοθεί η πλαστικότητα των μορφών, και η έντονη στίλβωση των αγαλμάτων.
Κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., επικράτησαν πιο λιτές τάσεις στην τέχνη. Οι μορφές παριστάνονταν επίπεδες και μετωπικές, προαναγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό τις βυζαντινές καλλιτεχνικές κατευθύνσεις.