Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Η Μυκηναϊκή Γραφή και Γλώσσα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κατά την αρχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας η ηπειρωτική Ελλάδα εισέρχεται σ' ένα πολιτισμικό στάδιο πολύ διαφορετικό από εκείνο της Μεσοελλαδικής εποχής. Από την πολιτιστική απομόνωση, την οικονομική ένδεια και τις απλές μορφές κοινωνικής διαχείρισης που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο, αναπτύσσεται ένας υψηλός πολιτισμός, ο οποίος θεωρείται εφάμιλλος του μινωικού. Ο πολιτισμός αυτός ονομάστηκε μυκηναϊκός από το σημαντικότερο κέντρο του, τις Μυκήνες.

Ήδη από τη μεταβατική περίοδο στην Ύστερη Χαλκοκρατία, κατά τη λεγόμενη «εποχή των λακκοειδών τάφων» εμφανίζονται στη Στερεά Ελλάδα νέα πολιτισμικά στοιχεία που προέρχονταν από το Μινωικό πολιτισμό. Οι κρητικές επιρροές παρατηρούνται κυρίως σε τομείς των τεχνών και εκδηλώνονται με τη μαζική εισαγωγή κρητικών έργων τέχνης αλλά και με τις τοπικές αντιγραφές τους. Κατά την ίδια περίοδο παρατηρείται μια διαρκώς αυξανόμενη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου, η οποία συνέβαλε στη δημιουργία μιας ισχυρής άρχουσας τάξης.

Η επιρροή του μινωικού πολιτισμού επεκτάθηκε κατόπιν και στην διαμόρφωση της μυκηναϊκής κοινωνίας, προσφέροντας συγκεκριμένα πρότυπα πολιτικής διαχείρισης. Οι Μυκηναίοι ηγεμόνες έχτισαν, όπως και οι Μινωίτες πολυτελή ανάκτορα, τα οποία εκτός από βασιλικές κατοικίες λειτουργούσαν και ως κέντρα της πολιτικής και της οικονομικής ζωής. Τα οικοδομήματα αυτά χτίζονταν συνήθως σε φυσικά οχυρωμένες ακροπόλεις και προστατεύονταν από ογκώδεις λίθινους περιβόλους. Μέσα στα όρια των ακροπόλεων χτίζονταν επίσης θρησκευτικά κέντρα, εργαστήρια και οι κατοικίες των σημαντικών προσώπων.

Μέσα από τα πανίσχυρα αυτά οχυρά οι Μυκηναίοι ηγεμόνες διοικούσαν μεγάλες περιφέρειες, οι οποίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους. Η διοίκηση ήταν οργανωμένη σε μια αυστηρά ιεραρχημένη βάση και διέθετε ειδικούς λειτουργούς για κάθε κρατική διαδικασία. Η αγροτική παραγωγή, η βιοτεχνία και το εμπόριο ελέγχονταν επίσης από τα ανάκτορα που έπαιζαν ένα μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα σε γεωργούς, εμπόρους και τεχνίτες. Την ασφάλεια του κράτους και των κρατικών θησαυρών προστάτευαν οργανωμένες στρατιωτικές δυνάμεις. Η ποικιλία του εξοπλισμού και η συχνή επανάληψη πολεμικών θεμάτων στην τέχνη, φανερώνουν ένα διάχυτο στρατιωτικό πνεύμα, το οποίο δείχνει ότι οι μυκηναϊκές ηγεμονίες αντιμετώπιζαν συνεχείς κινδύνους ή ότι ίσως είχαν και οι ίδιες επεκτατικές τάσεις.

Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Μυκηναίους γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ. σήμανε το τέλος της κυριαρχίας των Μινωιτών στη θάλασσα. Τα μυκηναϊκά κέντρα βγήκαν τότε οριστικά από την απομόνωση και ανέπτυξαν διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις με τις άλλες χώρες της Μεσογείου και της Βόρειας Ευρώπης. Οι πρώτες ύλες που εξασφάλισε το διεθνές εμπόριο έδωσαν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των τεχνών. Στους πέντε αιώνες της μυκηναϊκής ιστορίας σημειώθηκε θεαματική ανάπτυξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η οποία εξελίχθηκε υπό τις διαρκείς επιρροές της Μινωικής Κρήτης, αν όχι και υπό την καθοδήγηση Κρητών καλλιτεχνών. Παράλληλα με την καλλιέργεια των τεχνών, οι Μυκηναίοι δημιούργησαν και μεγαλόπνοα τεχνικά έργα συλλογικού χαρακτήρα, όπως το οδικό δίκτυο και τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα.

Μια τέτοια κρατική οργάνωση δε θα ήταν αρκετά αποτελεσματική χωρίς την ύπαρξη ενός καλά οργανωμένου γραφειοκρατικού συστήματος και κυρίως χωρίς συστηματική αρχειοθέτηση. Για να καλυφθούν οι ανάγκες αυτές, οι Μυκηναίοι επινόησαν ένα νέο τύπο συλλαβικής γραφής, τη Γραμμική Β’, εξελίσσοντας ένα παλαιότερο σύστημα μινωικής γραφής, έτσι ώστε να αποδίδεται καλύτερα η ελληνική γλώσσα. Τα μυκηναϊκά κείμενα, αν και απλά στη δομή τους -εφόσον περιείχαν μόνο καταγραφές του προσωπικού και των αγαθών που διακινούνταν στα ανάκτορα- παραδίδουν πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με άγνωστες πτυχές της ζωής των Μυκηναίων, συμπληρώνοντας με «ιστορικά» τεκμηριωμένα στοιχεία τις αρχαιολογικές μαρτυρίες.

Η συνδυασμένη ερμηνεία των γραπτών πηγών και των αρχαιολογικών δεδομένων υποδεικνύει τις στενές σχέσεις του μυκηναϊκού πολιτισμού με τον κόσμο της Αρχαιότητας, κυρίως με τον κόσμο των ομηρικών επών. Παρά τη χρονική διάσταση μεταξύ της Ύστερης Χαλκοκρατίας και της συγγραφής των επών, φαίνεται ότι οι μορφές του υλικού πολιτισμού, το κοινωνικό πλαίσιο και ο πολιτικός χάρτης που παραδίδoνται στον Όμηρο, ταιριάζουν καλύτερα στη Μυκηναϊκή εποχή, όπου η Ιλιάδα αντικατοπτρίζει την εποχή της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού, ενώ η Οδύσσεια το διάστημα της φθοράς του. Έτσι, σήμερα εικάζεται ότι τα γεγονότα, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις που πέρασαν μέσω του προφορικού λόγου στα ομηρικά έπη και στις μυθολογικές παραδόσεις της Αρχαιότητας δεν είναι παρά οι αναμνήσεις του μυκηναϊκού παρελθόντος.

Οι περίοδο στις οποίες θα αναφερθούμε είναι οι ακόλουθες:

ΥΣΤΕΡΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
1575 - 1050 π.Χ.

  • Υστεροελλαδική Ι (Μυκηναϊκή Ι) 1575-1500

> εποχή των λακκοειδών τάφων των Μυκηνών

  • Υστεροελλαδική ΙΙ (Μυκηναϊκή ΙΙ) 1500-1400

> εποχή διάδοσης των θολωτών τάφων

  • Υστεροελλαδική ΙΙΙ (Μυκηναϊκή ΙΙΙ) 1400-1050

> απόγειο Μυκηναϊκής δύναμης


Η Γραφή

Τα πρώτα συστήματα γραφής στο Αιγαίο συναντώνται στη Μινωική Κρήτη κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Το πρώτο είδος γραφής διασώζεται στο δίσκο της Φαιστού και ακολουθούν η Ιερογλυφική και η Γραμμική γραφή Α’. Η Γραμμική Β’ είναι η προσφορά των Μυκηναίων στα πνευματικά επιτεύγματα του προϊστορικού Αιγαίου.

Το 1952 ο αρχιτέκτονας Michael Ventris, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως αποκρυπτογράφος της αγγλικής αντικατασκοπίας κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, άρχισε με τη συνεργασία του φιλολόγου John Chadwick να φωτίζει το μυστήριο των εγγράφων πήλινων πινακίδων, που είχαν ανακαλυφθεί στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας (1600-1250 π.Χ.). Οι αργιλώδεις αυτές πινακίδες διατηρήθηκαν εξαιτίας ακριβώς των εμπρησμών, που είχαν καταστρέψει τα κτήρια.

Ο Ventris προέβει αρχικά σε μια λεπτομερή καταγραφή των σημείων, κατέστρωσε στατιστικούς πίνακες όπου σημειωνόταν η συχνότητα με την οποία εμφανίζονταν κάθε σημείο στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος της λέξης. Επίσης, εξέτασε τη συχνότητα με την οποία επανέρχονταν ένα σημείο σε συνδυασμό με άλλα. Βοηθούμενος από τα ιδεογράμματα κατέταξε τα σημεία σε διάφορες ομάδες και ανάλογα με τις παραλλαγές που παρουσίαζαν διέκρινε ότι υπάρχουν γένη, πτώσεις και αριθμοί. Τέλος, σχημάτισε μια «εσχάρα» όπου τα συλλαβογράμματα που αντιπροσώπευαν συλλαβές με ανά φωνήεν ή με ένα σύμφωνο και ένα φωνήεν είχαν τοποθετηθεί σε στήλες κάθετες, όσες είχαν το ίδιο φωνήεν, και σε στήλες οριζόντιες όσα συλλαβογράμματα είχαν το ίδιο σύμφωνο και διαφορετικό φωνήεν. Με τον τρόπο αυτό αποδόθηκε φωνητική αξία σε ορισμένα σημεία, τα οποία οδήγησαν στην αναγνώριση και άλλων συλλαβών, δημιουργώντας μια αλυσιδωτή συνέχεια ώστε να καταστεί τελικά δυνατή η αναγνώριση του κειμένου.[1]

Το 1953 ο Ventris μαζί με τον Chadwick δημοσίευσε τη μελέτη Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives (Ενδείξεις περί Ελληνικής Διαλέκτου στα Μυκηναϊκά Αρχεία). Λίγο μετά τον ξαφνικό θάνατο του, το 1956 δημοσιεύτηκε το βασικό έργο για τη μυκηναϊκή γραφή Documents in Mycenaean Greek (Έγγραφα στην-Μυκηναϊκή-Ελληνική-Γλώσσα).

Η Γραμμική Β’, που είναι μια εξέλιξη της Γραμμικής A’, δημιουργήθηκε μάλλον από την ανάγκη να συστηματοποιηθούν περισσότερο οι εμπορικές συναλλαγές και να οργανωθούν καλύτερα η αποθήκευση και η αρχειοθέτηση των αγαθών που διακινούνταν στα ανάκτορα. Οι γραπτές μαρτυρίες της Γραμμικής Β’ προέρχονται κυρίως από τις πινακίδες των ανακτορικών αρχείων της Πύλου, της Κνωσού και της Θήβας. Από την Πύλο προέρχονται περισσότερες από 1.000 πινακίδες και από την Κνωσό περισσότερες από 3.000. Λιγότερο πλούσια σε αρχειακά ευρήματα είναι τα ανάκτορα των Μυκηνών και της Τίρυνθας.

Τα κείμενα χαράζονταν επάνω σε πλάκες από άψητο πηλό με τη βοήθεια μιας γραφίδας που ήταν φτιαγμένη μάλλον από κόκαλο. Οι πινακίδες αυτές διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα τους σε σελιδόσχημες και φυλλόσχημες. Το γεγονός ότι έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα οφείλεται στο τυχαίο γεγονός ότι κατά την καταστροφή των ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. κάηκαν και μ' αυτόν τον τρόπο η μάζα τους στερεοποιήθηκε και έγινε πιο ανθεκτική στη φθορά. Οι πινακίδες βρίσκονται συχνά συγκεντρωμένες στους προθαλάμους των ανακτορικών αποθηκών. Στις Μυκήνες και στην Πύλο βρέθηκαν πήλινες πινακίδες σωριασμένες σε δωμάτια των ανακτόρων και άλλες μέσα σε πιθάρια τοποθετημένα σε ράφια. Στην Πύλο βρέθηκαν σε δωμάτιο πινακίδες με αναφορές σε στοιχεία απογραφής και στρατιωτικές στατιστικές. Συνάγεται λοιπόν ότι επρόκειτο για επίσημο κυβερνητικό αρχείο.[2] Ωστόσο βρέθηκαν και σε χώρους άσχετους με την επίσημη αρχειοθέτηση του κράτους, σε δωμάτια σπιτιών, αποδεικνύοντας ότι οι κάτοχοί τους ήταν εξοικειωμένοι με εμπορικές συναλλαγές για να τις χρησιμοποιούν, προφανώς ήταν ιδιωτικές οικίες εμπόρων.

Οι πινακίδες δεν περιλαμβάνουν φιλολογικά κείμενα, αλλά καταλόγους ονομάτων (ανθρωπονύμια, τοπωνύμια κτλ) και πραγμάτων (καταλόγους ή απλές μνείες προσωπικού, ζώων-γεννημάτων, γεωργικής παραγωγής, γαιοκτησίας-γαιοχρησίας, φόρων, θρησκευτικών προσφορών, υφαντών, δοχείων, επίπλων, μετάλλων, στρατιωτικού εξοπλισμού κτλ). Η γλώσσα των μυκηναϊκών επιγραφών είναι κατά βάση η ελληνική γλώσσα της εποχής εκείνης. Πρόκειται για μια αρχαϊκή ελληνική που συγγενεύει με την αρκαδο-κυπριακή διάλεκτο των ιστορικών χρόνων, παρουσιάζει κοινά στοιχεία με την ιωνική-αιολική, ενώ δεν έχει καμία σχέση με τη δωρική διάλεκτο.

Εκτός από τις πινακίδες η μυκηναϊκή γραφή συναντάται και στα ενεπίγραφα σφραγίσματα, πολλά από τα οποία έχουν βρεθεί στη μυκηναϊκή Καδμεία και στoυς ενεπίγραφους αμφορείς. Οι επιγραφές επάνω στα αγγεία αυτά είχαν γραφτεί με χρώμα πριν από το ψήσιμο των αγγείων και λειτουργούσαν ως ετικέτες, όπου αναγραφόταν το περιεχόμενο των αγγείων ή ο τόπος προέλευσης των προϊόντων. Συνολικά έχουν βρεθεί σ' όλο το Αιγαίο γύρω στους 140 αμφορείς αυτού του τύπου, σε θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως η Θήβα, η Ελευσίνα, η Τίρυνθα αλλά και σε κρητικές θέσεις, όπως η Κνωσός και τα Χανιά. Το διάστημα χρήσης τους τοποθετείται στο 14ο και το 13ο αιώνα π.Χ.

Η Γραμμική Β’ γραφόταν όπως και η Γραμμική Α’ από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στον σελιδόσχημο τύπο, όπου υπήρχε αρκετός χώρος για μακροσκελή κείμενα, οι επιφάνειες των πινακίδων χωρίζονταν σε τμήματα με οριζόντιες γραμμές. Συχνά διακρίνονταν και παράγραφοι που χωρίζονταν μεταξύ τους με κενές γραμμές. Η προσεκτικότερη μελέτη των πινακίδων έκανε δυνατή την αναγνώριση συγκεκριμένων γραφέων. Στις πινακίδες της Πύλου έχουν αναγνωριστεί τριάντα δύο γραφείς, ενώ στο ανάκτορο της Κνωσού οι γραφείς ανέρχονται στους εκατό.


Η Γλώσσα

Η ανακάλυψη των ενεπίγραφων πινακίδων στις ανασκαφές της Κνωσού πιστοποίησε την οργανωμένη χρήση ενός εξελιγμένου είδους γραφής που θεωρήθηκε αρχικά ότι εξέφραζε, όπως και οι προηγούμενες, μια προελληνική διάλεκτο. Η αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής Γραμμικής Β’ γραφής το 1953 από τους M. Ventris και J. Chadwick αποκάλυψε προς μεγάλη έκπληξη των ελληνιστών της εποχής ότι τα συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β’ σχημάτιζαν λέξεις της ελληνικής γλώσσας.

Η σταδιακή ανάγνωση πολλών κειμένων της γραφής αυτής αποκάλυψε ότι ο μυκηναϊκός κόσμος είναι τόσο από γλωσσική όσο και από πολιτιστική άποψη άρρηκτα δεμένος με την ελληνική Αρχαιότητα. Στα μυκηναϊκά κείμενα αναγνωρίστηκαν ελληνικά ονόματα προσώπων και θεοτήτων, ορισμένες από τις οποίες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού Δωδεκάθεου. Τα τοπωνύμια που συναντώνται στις πινακίδες βοήθησαν την ταύτιση πολλών μυκηναϊκών οικισμών με θέσεις που ήταν γνωστές από την ιστορική τοπογραφία. Τα επαγγέλματα, οι θεσμοί και η ιεραρχία της μυκηναϊκής κοινωνίας κυρίως του 13ου αιώνα π.Χ. φωτίζουν πλευρές της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, οι οποίες θα ήταν αδύνατο να προσεγγιστούν μόνο μέσω των αρχαιολογικών μαρτυριών.

Η μυκηναϊκή γλώσσα είναι η πρωιμότατη γνωστή ελληνική διάλεκτος και εμπεριέχει και αρκετά προελληνικά στοιχεία. Δεν παρουσιάζει πλήρη αντιστοιχία με καμία από τις μεταγενέστερες διαλέκτους, εμφανίζει ωστόσο τις περισσότερες ομοιότητες με την αρκαδοκυπριακή. Στο λεξιλόγιό της συναντώνται επίσης λέξεις με ελληνική ρίζα, οι οποίες όμως απουσιάζουν από την αρχαία ελληνική. Οι λέξεις αυτές πιστεύεται ότι εξαφανίστηκαν κατά τη Γεωμετρική και την Αρχαϊκή περίοδο.

Η σύνταξη των μυκηναϊκών κειμένων είναι πολύ δύσκολο να μελετηθεί, εφόσον τα κείμενα των πινακίδων είναι συνήθως απλοί κατάλογοι. Στοιχεία της συντακτικής δομής συναντώνται μόνο σε μια πινακίδα από την Πύλο, στην οποία μια χρονική πρόταση αρχίζει με o-te (όταν), ενώ σε άλλο σημείο χρησιμοποιείται η γνωστή από τα αρχαία ελληνικά αιτιατική της αναφοράς. Ο ενικός, ο πληθυντικός και ο δυικός αριθμός υφίστανται, συχνά όμως χρησιμοποιούνται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, επειδή σε όλες τις περιπτώσεις λειτουργούν ως επικεφαλίδες. Στα κείμενα παρατηρούνται συχνά και συντακτικές ανακολουθίες που οφείλονται στην επιγραμματική φύση των κειμένων ή σε απροσεξίες των γραφέων.[3]

Η σημασία των μυκηναϊκών κειμένων είναι εξαιρετική, όχι μόνο για τη γλωσσολογία και τη φιλολογία, αλλά και για άλλες επιστήμες (θρησκειολογία, εθνολογία, ιστορία, νομική κτλ). Η σπουδαιότητα των μυκηναϊκών επιγραφών για την επιστήμη της φιλολογίας:

1) Λέξεις που οι φιλόλογοι αντιμετώπισαν ως πλάσματα των αοιδών διαβάστηκαν με βεβαιότητα με βάση τη μυκηναϊκή ελληνική.

2) Ολόκληρα χωρία που θεωρούνταν παρεμβολές αποδεικνύονται ως γνήσια τμήματα, δεδομένου ότι περιλαμβάνουν αρχαϊσμούς, οι οποίοι διαπιστώνονται πάλι με βάση τη μυκηναϊκή ελληνική.

3) Μετρικές ανωμαλίες του έπους, που ερμηνεύονταν ως εξαιρέσεις ή μετρικές ανάγκες εξαφανίζονται, αν ο παραδεδομένος στα κείμενα τύπος της ελληνικής αποκατασταθεί με κάποιον τύπο που μας παραδίδεται στις μυκηναϊκές επιγραφές.

Η Μυκηναϊκή Γραμμική Β’

Η μυκηναϊκή Γραμμική Β’ γραφή ονομάστηκε έτσι από τον ανασκαφέα της Κνωσού Άρθουρ Έβανς (Α. Evans) σε αντιδιαστολή με το πρώτο είδος της μινωικής Γραμμικής Α’. Οι ομοιότητες των δύο γραμμικών γραφών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Γραμμική Β’ προέκυψε από τη Γραμμική Α’. Παράλληλα όμως με τις ομοιότητές οι δύο γραφές παρουσιάζουν και σαφείς διαφορές, οι οποίες εντοπίζονται τόσο στην εσωτερική τους δομή όσο και στην εξωτερική μορφή των συμβόλων τους. Και οι δύο γραφές χρησιμοποιούν τον ίδιο αριθμό φωνητικών συμβόλων, ορισμένα από τα οποία είναι κοινά και στις δύο γραφές, ενώ άλλα εμφανίζονται μόνο σε μία από αυτές. Σήμερα πιστεύεται ότι η δομή της Γραμμικής Β’ προήλθε από τη Γραμμική Α’, αλλά τροποποιήθηκε προκειμένου να εκφράσει καλύτερα την ελληνική γλώσσα.

Η Γραμμική Β’ δομείται από ομάδες φωνητικών συμβόλων, οι οποίες συνοδεύονται από ιδεογράμματα. Τα φωνητικά σύμβολα και το αντίστοιχο ιδεόγραμμα αναφέρονται στο ίδιο αντικείμενο. Τα συλλαβογράμματα, όπως ονομάζονται τα διαδοχικά φωνητικά σημεία, αναπαριστούν φωνήεντα και ανοιχτές συλλαβές με συνδυασμό ενός συμφώνου και ενός φωνήεντος, όπου το τελευταίο είναι πάντοτε φωνήεν. Σε σαρανταπέντε από τα συνολικά ογδόντα εννέα σημεία παρατηρούνται αντιστοιχίες με σημεία της Γραμμικής Α και σε άλλα δέκα παρατηρούνται αντιστοιχίες με στοιχεία των παλαιότερων μινωικών γραφών. Εκτός από τα φωνητικά σύμβολα υπάρχουν και περισσότερα από εκατό ιδεογράμματα που παριστάνουν αντικείμενα, αριθμούς, οι οποίοι ακολουθούν το δεκαδικό σύστημα και μονάδες μέτρησης του βάρους και της χωρητικότητας. Αρκετά συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα ή μονάδες μέτρησης παραμένουν ακόμη άγνωστα. Τα κενά αυτά της αποκρυπτογράφησης συμπληρώνονται σταδιακά με την ανάγνωση περισσότερων νέων κειμένων.

Βασικά χαρακτηριστικά της μυκηναϊκής

Όπως ανέφερα και παραπάνω, η μυκηναϊκή είναι συλλαβογραφική γραφή. Περιλαμβάνει συλλαβογράμματα αλλά και ιδεογράμματα. Οι πινακίδες που διασώθηκαν αναφέρονται σε ανθρωπωνύμια, τοπωνύμια, γεωργική παραγωγή, γαιοκτησία, θρησκευτικές προσφορές, στρατιωτικό εξοπλισμό. Οι κανόνες γραφής της μυκηναϊκής είναι οι εξής:

Περιέχει τα πέντε βασικά φωνήεντα δίχως να διακρίνει μεταξύ μακρών και βραχέων.

  1. Στους διφθόγγους δεν δηλώνεται το φωνήεν i παρά μόνο το υ.
  2. Τα κλειστά σύμφωνα δηλώνονται με τα ψιλά p, t, k εκτός από το d που έχει ιδιαίτερα συλλαβογράμματα.
  3. Οι χειλοϋπερωικοί φθόγγοι kw, gw, gwh δηλώνονται με την κλάση q.
  4. Τα υγρά l, r ανήκουν στην ίδια κλάση r.
  5. Τα διπλά σύμφωνα δεν δηλώνονται.
  6. Στο συμφωνικό σύμπλεγμα η δήλωση του πρώτου φωνήεντος γίνεται με την ποιότητα του δεύτερου.
  7. Υγρά, έρρινα και s που βρίσκονται πριν από άλλο σύμφωνο παραλείπονται.
  8. Τα ληκτικά σύμφωνα παραλείπονται.
  9. Υπάρχει κλάση του δίγαμμα.

Μπορούμε επιπλέον να παρατηρήσουμε ότι γραμματικά η μυκηναϊκή διατηρεί τη γενική του ενικού σε –οiο και τον παλαιό τύπο τοπικής -ει ως δοτική. Και ακόμη, η Μυκηναϊκή διέθετε επτά διακριτές πτώσεις: ονομαστική, γενική, δοτική, οργανική, τοπική και κλιτική.

Παραδείγματα:

a-ko-so-ne = άξονες

ti-ri-po = τρίπος

wanaks = άναξ ‘άρχοντας’

marathuwon = µάραθον ‘µάραθο’

torpegja = τράπεζα ‘τραπέζι’

phasganon = φάσγανον ‘εγχειρίδιο’

gwasileus ‘τοπικός άρχοντας’ = βασιλεύς ‘βασιλιάς’

talasija: ‘αγγαρεία’ = ταλάσια ‘γνέσιµο’

Aνοµοίωση των χειλoϋπερωικών:

1) */gwunaia/ → [gunaja] ‘γυναικεία’ ku-na-ja

2) */lukwos/ → [lukos] ‘λύκος’ ru-ko

3) /gwou+kwolos/ → [gwoukolos] ‘βοσκός βοδιών’ qo-u-ko-ro

4) /eu+kwolos/ → [eukolos] ‘εύκολος’ e-u-koro

5) /ou+kwis/ → [oukis] ‘κανένας’ o-u-ki

Με αυτούς τους κανόνες αντιλαμβανόμαστε ότι η μυκηναϊκή γραφή δεν αποτελεί μια αντιστοιχία με το ελληνικό αλφάβητο. Συνεπώς η ανάγνωση ακολουθεί την εξής διαδικασία. Μέσω των κανόνων παράγουμε όλες τις δυνατές μορφές ελληνικής γραφής που προβολικά συμπίπτουν με τη μυκηναϊκή γραφή της λέξης. Με άλλα λόγια η συνάρτηση της παραγωγής είναι πολύμορφη. Επαναλαμβάνουμε αυτό το σχήμα με κάθε λέξη της πινακίδας. Στο τέλος έχουμε μια συλλογή από πιθανά κείμενα. Εξετάζουμε αν συμπίπτουν με τα ιδεογράμματα, όταν αυτά υπάρχουν, και μετά κάνουμε τη σημασιολογική ανάλυση όταν αυτή είναι εφικτή. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, έχουμε πιθανές εκδοχές του κειμένου. Με άλλα λόγια, η ανάγνωση της μυκηναϊκής δεν είναι απαραίτητα μοναδική, όχι μόνο ως προς τη λέξη μα και ως προς την πρόταση.


Μετρικά συστήματα

Στη Γραμμική Β’ γραφή τα μέτρα και τα σταθμά δηλώνονταν με ιδιαίτερα σημεία. Δε γνωρίζουμε ποια ήταν τα ονόματα των μονάδων στη μυκηναϊκή γλώσσα, γνωρίζουμε όμως ότι υπήρχαν αριθμοί που ακολουθούσαν το δεκαδικό σύστημα και μονάδες μέτρησης του βάρους και της χωρητικότητας.

Τα σημεία των μονάδων ήταν μερικές φορές ίδια μ' αυτά της μινωικής γραφής, πράγμα που σημαίνει ότι οι Μυκηναίοι χρησιμοποίησαν τις μινωικές μετρικές μονάδες. Οι υποδιαιρέσεις των μονάδων βάρους και χωρητικότητας συμβολίζονταν επίσης με ιδιαίτερα σημεία. Είναι αρκετά δύσκολο ακόμη να υπολογιστεί η αντιστοιχία των δύο αυτών συστημάτων λόγω της μεταβλητότητας του βάρους των γεωργικών προϊόντων.

Τα στοιχεία για τις μονάδες μέτρησης που προκύπτουν από τα μυκηναϊκά κείμενα συμπληρώνονται και από ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα, όπως τα σταθμά και τα τάλαντα, αντικείμενα με σταθερό βάρος που χρησίμευαν στις εμπορικές συναλλαγές.

Μέτρηση βάρους

Οι μονάδες μέτρησης βάρους συμβολίζονταν με ιδιαίτερα σημεία στα μυκηναϊκά κείμενα. Η μεγαλύτερη μονάδα δηλωνόταν με το σύμβολο μιας ζυγαριάς. Διαπιστώνεται εδώ μια αντιστoιχία με το τάλαντο της Κλασικής περιόδου, το οποίο σήμαινε επίσης ζυγαριά. Η βασική αυτή μονάδα διαιρούνταν σε τριάντα μικρότερες. Η άμεσα κατώτερη υποδιαίρεση διαιρούνταν σε τέταρτα και κάθε τέταρτο σε δωδέκατα. Υπήρχε επίσης μια μικρότερη μονάδα που χρησιμοποιούνταν για το ζύγισμα του κρόκου και μια ακόμη μικρότερη για το ζύγισμα του χρυσού.

Εκτός από τα σύμβολα της Γραμμικής Β’, η μέτρηση του βάρους μαρτυρείται και από μια μικρή ομάδα αρχαιολογικών αντικειμένων, τα τάλαντα και τα σταθμά. Τα τάλαντα είναι επίπεδες πλάκες ορείχαλκου με ατρακτοειδές σχήμα, οι οποίες ζυγίζουν περίπου 29 κιλά. Το βάρος των ταλάντων, το οποίο ήταν σταθερό για να εξυπηρετεί την εμπορία του μετάλλου αυτού, θεωρείται ότι ανταποκρινόταν στη βασική μονάδα βάρους. Τα μυκηναϊκά σταθμά είναι στρογγυλές μολύβδινες πλάκες διάφορων μεγεθών. Μερικές φορές έφεραν στην επιφάνειά τους αποτυπωμένους κύκλους και τελείες που παρίσταναν το βάρος, το οποίο αντιπροσώπευαν. Το σημερινό βάρος των σταθμών δεν ανταποκρίνεται όμως πάντα στο αρχικό τους βάρος, επειδή τα ευρήματα αυτά μπορεί να έχουν αλλοιωθεί από τη φυσική φθορά.

Στις διάφορες περιοχές του αιγαιακού χώρου το βάρος των σταθμών παρουσιάζει μικρές διαφορές. Συγκρίνοντας το βάρος των μινωικών και των μυκηναϊκών σταθμών οι ειδικοί ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι Μυκηναίοι επέλεξαν μια από τις ισχύουσες παραλλαγές του μινωικού συστήματος κρατώντας σταθερή τη βασική μονάδα και κάνοντας μια μικρή μεταρρύθμιση στις υποδιαιρέσεις της.

Ένα πρώιμο μυκηναϊκό εύρημα που σχετίζεται με τη μέτρηση του βάρους είναι η λεπτότεχνη χρυσή ζυγαριά, η οποία είχε εναποτεθεί ως κτέρισμα σε τάφο των Μυκηνών. Στους δύο λεπτούς της δίσκους μπορούσαν να ζυγιστούν υλικά μερικών μόλις γραμμαρίων. Παρά τον τελετουργικό και ίσως συμβολικό του χαρακτήρα, το εύρημα αυτό δείχνει τη σημασία που είχε για τους Μυκηναίους η ακρίβεια στο ζύγισμα των πολύτιμων υλών.[4]


Μέτρηση χωρητικότητας

Η μυκηναϊκή γραφή προέβλεπε ειδικές μονάδες μέτρησης για τα υγρά και τα στερεά προϊόντα αλλά και για τα μη συμπαγή είδη, δηλαδή τα προϊόντα υπό μορφή κόκκων, όπως τα σιτηρά και τα μπαχαρικά. Στα είδη αυτά δεν μετριόταν το βάρος, το οποίο ήταν μεταβλητό ανάλογα με την κατάσταση και την ποιότητα του προϊόντος αλλά ο όγκος.[5]

Η βασική μονάδα χωρητικότητας των στερεών συμβολιζόταν με το σχήμα μιας κούπας. Εδώ παρατηρείται μια σχηματική ή ακόμη και λεκτική αντιστοιχία με την «κοτύλη», τη μονάδα μέτρησης χωρητικότητας των κλασικών χρόνων. Βασιζόμενοι στις μονάδες της Κλασικής περιόδου μπορούμε να υποθέσουμε ότι η κοτύλη αντιστοιχούσε με περίπου 270 έως 388 σημερινά κυβικά εκατοστά. Τέσσερις τέτοιες μονάδες σχημάτιζαν μια μεγαλύτερη, ενώ η μικρότερη υποδιαίρεση της βασικής μονάδας αποτελούσε το ένα εξηκοστό της.

Η μέτρηση των υγρών προϊόντων ήταν εν μέρει όμοια ως προς αυτή των στερεών. Η ανώτερη μονάδα μέτρησης των υγρών αντιστοιχούσε με το τριάντα τοις εκατό της ανώτερης μονάδας μέτρησης των στερεών. Η διαφορά αυτή υποδεικνύει ότι οι μονάδες μέτρησης της χωρητικότητας ήταν προσαρμοσμένες στο ανώτατο φορτίο που μπορεί να μεταφέρει ένας άνθρωπος, το οποίο είναι διαφορετικό για τα στερεά και τα υγρά.

Τα όργανα μέτρησης της χωρητικότητας δεν είναι γνωστά, ίσως επειδή ήταν φτιαγμένα από φθαρτά υλικά. Ένας συγκεκριμένος τύπος αγγείου που βρέθηκε στη Θήρα ίσως εξυπηρετούσε αυτόν το σκοπό, όμως τα θηραϊκά ευρήματα ήταν γενικά περισσότερο προσαρμοσμένα στα μινωικά πρότυπα και έτσι δεν είναι πολύ κατάλληλα να μας διαφωτίσουν για τα συστήματα μέτρησης των Μυκηναίων.

Τα αγγεία που θεωρούνται ως τα κατεξοχήν δοχεία μεταφοράς των Μυκηναίων ήταν οι ψευδόστομοι αμφορείς. Τα αγγεία αυτά είχαν καθορισμένη χωρητικότητα και συναντώνται σε δύο βασικά μεγέθη. Οι μεγαλύτεροι χωρούσαν 12 έως 14 λίτρα και οι μικρότεροι 6 έως 7 λίτρα λάδι. Από τις συγκρίσεις της χωρητικότητας των μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων φαίνεται ότι η ποσότητα 0,8 του λίτρου είχε κάποια σημασία για τη μέτρηση της χωρητικότητας, ενώ υπολογίζεται ότι η κατώτερη μονάδα κυμαινόταν περίπου από τα 200 έως τα 500 κυβικά εκατοστά.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με την παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού λησμονήθηκε και η τέχνη της γραφής. Κατά τους σκοτεινούς αιώνες (1200-750π.Χ.) μόνο στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου χρησιμοποιούσαν κάποια ατελή συστήματα γραφής, όπως το κυπριακό συλλαβάριο. Τη νέα, αλφαβητική, όμως, γραφή εισήγαγαν έμποροι (Κρήτες, Ρόδιοι, Κύπριοι, Μιλήσιοι) πιθανότατα από τη Φοινίκη. Την καταγωγή του ελληνικού από το φοινικικό αλφάβητο μαρτυρούν οι ονομασίες (άλεφ > άλφα, κτλ.), η μορφή, η φωνητική αξία και η σειρά εμφανίσεως των γραμμάτων. Για τη φοινικική προέλευση συνηγορούν επίσης η μαρτυρία του Ηροδότου (V, 58-61), η κατεύθυνση της γραφής στα αρχαιότερα μνημεία (επί τά λαιά) και εμμέσως η γραφική ύλη, εφόσον στην αρχαϊκή εποχή δεν απαντούν επιγραφές σε πήλινες πινακίδες. Και ο τόπος και ο χρόνος εισαγωγής δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς. Ως αρχαιότερες επιγραφές πάντως θεωρούνται η οινοχόη του Διπύλου (735-725) και το ποτήριον του Νέστορος (740-720).



[1] Ruiperez, M. – J. Melena, Οι Μυκηναίοι Έλληνες, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ. 71-77.

[2] Ε. Σεμερτζάκη, «Ιστορία των Βιβλιοθηκών στην Ελλάδα: σύντομη αναδρομή», Ίδρυμα Ευγενίδου, 19 Μαϊου 2006.

[3] Ιωάννης Κ. Προμπονάς, Σύντομος Εισαγωγή εις την Μυκηναϊκήν Φιλολογίαν, Εκδ. Συμμετρία, Αθήναι 1986, σ. 33-34.

[4] Ruiperez, M. – J. Melena, Οι Μυκηναίοι Έλληνες, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ. 86-89.

[5] Ruiperez, M. – J. Melena, Οι Μυκηναίοι Έλληνες, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ.89-91.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου