Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΔΥΣΗΣ

Ανάμεσα στον κατάμαυρο μύθο της «εποχής του σκότους» και τον χρυσό θρύλο της μεσαιωνικής μπέλ επόκ, υπάρχει η πραγματικότητα ενός κόσμου που αποτελείται από μοναχούς, πολεμιστές, αγρότες, βιοτέχνες και εμπόρους, οι οποίοι κλυδωνίζονται από τη βία και την προσδοκία της ειρήνης, την πίστη και την εξέγερση, την πείνα και την ανάπτυξη. Μια κοινωνία που διακατέχεται από την έμμονη ιδέα της επιβίωσης και κατορθώνει να κυριαρχήσει στο χώρο και το χρόνο, να εκχερσώσει δάση, να συγκεντρωθεί σε χωριά, σε πύργους και σε πόλεις, να εφεύρει τη μηχανή, το ωρολόγιο, το πανεπιστήμιο, το έθνος. Αυτός ο σκληρός και κατακτητικός κόσμος είναι η παιδική ηλικία της Δύσης, είναι ένας κόσμος από «πρωτοπόρους», που μεταμορφώνουν τη γη έχοντας πάντα τα μάτια στραμμένα στον ουρανό, εισάγουν τον ορθό λόγο στο συμβολικό σύμπαν, εξισορροπούν τον προφορικό λόγο με τη γραφή και εφευρίσκουν το Καθαρτήριο ανάμεσα στον Παράδεισο και την Κόλαση. Από τη Σκανδιναβία μέχρι τη Μεσόγειο και από τον κελτικό έως τον σλαβικό κόσμο, το φεουδαρχικό σύστημα εγκαθιδρύει τις δομές, τις νοοτροπίες, τις αντιφάσεις και τις αδράνειες, που η λατινόφωνη Χριστιανοσύνη παρέδωσε στη σύγχρονη κοινωνία και στον πολιτισμό της Δύσης.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα Jacques Le Goff η κλειστή Ρώμη δίνει την θέση της στην απέραντη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κατά τον 1ο αιώνα η Ρώμη δεν αναπτύσσεται. Η Ανατολή ευημερεί σε αντίθεση με την Δύση η οποία παρακμάζει. Έτσι, οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες για την σωτηρία της Ρώμης ασπάζονται την Χριστιανοσύνη η οποία θα διευρυνθεί.
Κατά τον 3ο αιώνα μέσα στην κρίση του ρωμαϊκού κόσμου, εισβάλλουν βάρβαροι στην Μεσαιωνική Δύση. Οι Γερμανοί εισβολείς εμφανίζονται τον 5ο αι. και δημιουργούν προβλήματα στην οικονομία και στη γεωργία. Επίσης, βάρβαροι εμφανίζονται και στην Ανατολή.
Σύμφωνα με τον Ιορδάνη οι Γότθοι επιτέθηκαν στη Ρώμη λόγω της άθλιας ζωής που είχαν. Ακόμη, σύμφωνα με τον Αμμιανό Μαρκελίνο, επιτέθηκαν οι Ούνοι οι οποίοι είναι από τους πιο άγριους λαούς.
Στη συνέχεια ο Le Goff μας παραθέτει τις θεωρίες των συγγραφέων για τους βαρβάρους. Σύμφωνα με τον άγιο Αυγουστίνο οι βάρβαροι δεν φέρονται με σκληρότητα.
Ακόμη γίνεται αναφορά για τους λόγους τους οποίους καταστράφηκε η Ρώμη. Ο Σαλβιανός αναφέρει τις απόψεις του για τους βαρβάρους. Σύμφωνα με αυτόν, οι βάρβαροι επιτίθενται στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και στο ότι η αξία του ονόματος του ρωμαίου πολίτη έχει μειωθεί. Ο Κων/νος Χλωρός επισημαίνει ότι η κατάληψη της Ρώμης από τους βαρβάρους βοήθησε τους πάντες.
Ο Le Goff υποστηρίζει ότι οι βάρβαροι λόγω των μετακινήσεών τους συσπειρώθηκαν και έφτιαξαν το δικό τους πολιτισμό. Επίσης, γίνεται λόγος για τον εκχριστιανισμό των βαρβάρων. Για τους βάρβαρους η κύρια επιρροή τους ήταν η Ρώμη. Αυτοί αναμειγνύονται και γι’ αυτό το λόγο δημιουργείται αναστάτωση στη Ρώμη. Ο συγγραφέας ακόμη αναφέρεται στην καταστροφή της Γαλατίας αλλά και της Ισπανίας από τους βαρβάρους. Έτσι πριν καλά-καλά ξεκινήσει η ανοικοδόμηση της Δύσης παρακμάζει για ακόμα μια φορά στα μεσαιωνικά χρόνια. Άλλωστε, με την εισβολή των βαρβάρων η Δύση αλλάζει πολιτικό χάρτη.
Από το 412 μ.Χ. αρχίζουν οι επιδρομές των βαρβάρων με πιο σημαντικούς τους Ούνους σύμφωνα με τον Αττίλα. Οι Βησιγότθοι κατακτούν την Ισπανία. Οι Οστρογότθοι επιτίθενται στην Κωνσταντινούπολη και ο Θεοδώριχος επαναφέρει την pax romana.
Ο 5ος αιώνας γνώρισε τον χαμό των τελευταίων μεγάλων προσωπικοτήτων που υπηρέτησαν την δυτική Αυτοκρατορία. Η Ρώμη προσπαθεί να απελευθερώσει την Κων/πολη και με την άνοδο του Ιουστινιανού στο θρόνο του Βυζαντίου, αλλάζει και η πολιτική του.
Από το 711 μ.Χ. οι Άραβες αρχίζουν να κατακτούν περιοχές της Δύσης. Τον 8ο αι. έχουμε τις κατακτήσεις των Φράγκων. Τότε αρχίζουν να εκχριστιανίζονται η Βησιγότθοι και οι Λογγοβάρδοι. Ακόμη, αυτή την περίοδο έχουμε την γέννηση ενός «Νέου Κόσμου».
Μετά την βαρβαρική εισβολή η Ρώμη δεν επανάκαμψε και ο ρωμαϊκός λαός άρχισε να φεύγει. Οι ρωμαίοι πολίτες γίνονται σκλάβοι και η συμπεριφορά των πλουσίων σε αυτούς ήταν απάνθρωπη. Τα δίκτυα της Δύσης αρχίζουν να αλλάζουν και να διαφοροποιούνται. Η Δύση αρχίζει την ανταλλαγή διάφορων προϊόντων λόγω της επικοινωνίας μέσω της θάλασσας, παράλληλα έχει μειωθεί η κοπή των νομισμάτων. Αρχίζουν να δημιουργούνται στην Δύση κοινωνικά και επαγγελματικά στρώματα.
Οι βάρβαροι πλέον εγκαθίστανται, δεν είναι νομάδες. Η κτηνοτροφία τους παίζει κυρίαρχο ρόλο στην οικονομία τους. Όμως με την εγκατάσταση των βαρβάρων στη Ρώμη δημιουργούνται κοινωνικές διακρίσεις. Οι ρωμαϊκές παραδόσεις αντικαθίστανται από τα βαρβαρικά έθιμα, υπάρχει ανάμειξη στα τοπωνύμια. Ακόμη, υπάρχει ανομοιότητα στο θέμα των νόμων για τον κάθε λαό που ζει στην Ρώμη, αυτή την κατάσταση ο Θεοδώριχος προσπαθεί να το αλλάξει αυτά. Γι’ αυτό και δημιουργήθηκαν νόμοι για την συνένωση των λαών αυτών. Η Εκκλησία βοηθά στο να ψηφίζονται ίδιοι νόμοι τόσο για τους Βησιγότθους όσο και για τους Ρωμαίους στα ήθη και στα έθιμα.
Από το 543 οι βάρβαροι κατέστρεψαν τα πάντα στη Δύση και δημιουργείται παρακμή, μαστίζει η βία, γίνονται πολλά βασανιστήρια. Επίσης, το αξίωμα του βασιλιά και των ακολούθων του μειώνονται. Γι’ αυτό το λόγο παρεμβαίνει η Εκκλησία για όλα αυτά και παίρνει μέτρα. Ο βασιλιάς και οι επίσκοποι έρχονται σε σύγκρουση επειδή προσπαθούν να επιβληθούν ο ένας στον άλλον. Σ’ αυτή την περίοδο οι πολιτισμοί επιστρέφουν στην ειδωλολατρία.
Συγκεφαλαιωτικά, ο συγγραφέας τονίζει την μετάβαση από την αρχαιότητα στο Μεσαίωνα, η οποία είναι ένα νέο ξεκίνημα.
Αρχικά γίνεται λόγος για τις κατευθύνσεις των Καρολίδων. Πρώτα κινούνται νοτιοανατολικά. Ακόμη ανατολικά γίνονται οι κατακτήσεις του Καρλομάγνου. Οι επιτυχίες των κατακτήσεων του Καρλομάγνου οφείλονται στην εκτροφή αλόγων, στην ανάπτυξη της μεταλλουργίας και στη βοήθεια των γεωγράφων. Ο Καρλομάγνος στηρίζει τον πάπα και κατακτά την Βαυαρία επίσης, καταλαμβάνει το Ριγγ και εκχριστιανίζει τους πολίτες του. Ο Καρλομάγνος επιτίθεται και εναντίον των Ελλήνων.
Όταν ο Καρλομάγνος στέφεται αυτοκράτορας, ο Λέων ο Γ’ έχει τριπλό όφελος. Όμως ο Καρλομάγνος δεν συμφωνεί στο να στεφθεί αυτοκράτορας, τελικά πείθεται. Αυτός, στην αρχή, συνέταξε νομοθετικά κείμενα.
Στη συνέχεια ο Le Goff αναφέρεται στις επιδρομές των Νορμανδών σε διάφορες περιοχές. Επίσης, γίνεται αναφορά στο ποιες περιοχές εγκαταστάθηκαν αυτοί. Νότια, γίνονται επιδρομές από τους μουσουλμάνους της Ιφρίκυας. Όμως οι Ούγγροι από τις επιδρομές που έκαναν μέχρι το 955 μ.Χ. αποδεκατίζονται από τον βασιλιά της Γερμανίας Όθων.
Πιο κάτω κάνει αναφορές σε πολέμους αλλά και σε διαιρέσεις βασιλείων. Με πιο σημαντική διαίρεση αυτή της περιοχής Βέρντεν για χάρη των παιδιών του Καρλομάγνου. Ακόμη, αυτή την εποχή υπάρχουν και πολιτικές κρίσεις. Ο Καρλομάγνος πήρε μέτρα έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η σταθερότητα του κράτους. Επίσης γίνεται αναφορά στα χρέη που ανέλαβαν οι μεγαλογαιοκτήμονες από τον Καρλομάγνο. Στην εποχή των Καρολίδων σημασία έχει ο άνθρωπος να είναι πιστός.
Στο θρόνο το 936 μ.Χ. ανέρχεται ο βασιλιάς της Γερμανίας Όθων Α’ ο οποίος δημιουργεί τους υποτελείς. Ακόμη, ο Όθωνας αποκτά κάποιες ιδιότητες. Αυτός μιμείται τον Καρλομάγνο και τον Λουδοβίκο τον ευσεβή. Αργότερα ο γιος του Όθωνα Β’ (973-83) έχει κάποιες βλέψεις που δεν πραγματοποιούνται ποτέ διότι πεθαίνει.
Τον 11ο αι. έχουμε την ανανέωση της Δύσης η οποία κυρίως ανανεώνεται από οικονομικά αίτια. Τον 8ο και 9ο αι. έχουμε την ανάπτυξη του εμπορίου αλλά και της αγροτικής οικονομίας.
Είτε οι επιδρομές του 9ου αι. ευθύνονται , είτε όχι, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τον 10ο αι. η πρόοδος είναι ολοφάνερη. Ο 11ος αι. θεωρήθηκε περίοδος καινοτομίας που έπαιξε ρόλο αποφασιστικό στο πεδίο της καλλιέργειας και της διατροφής.
Η αφύπνιση της Μεσαιωνικής Δύσης στηρίζεται στον αντίκτυπο που είχε η διαμόρφωση του μουσουλμανικού κόσμου αλλά και στις τεχνικές προόδους.
Η Χριστιανοσύνη ανθεί γύρω στο έτος 1000. Το ρεύμα ανοικοδόμησης που ξεσπά τότε παίζει σπουδαίο ρόλο στη μετέπειτα πρόοδο της Δύσης. Καταρχήν ως οικονομικό κίνητρο, αφού η μαζική παραγωγή πρώτων υλών, η τελειοποίηση τεχνικών και η κατασκευή νέων χρησιμότερων εργαλείων, καθώς και η αύξηση του εργατικού δυναμικού και των χρηματοδοτήσεων είχαν ως αποτέλεσμα την κατασκευή νέων εργοταξιών. Έπειτα ως κίνητρο γοήτρου και λατρείας.
Η εξέλιξη της Χριστιανοσύνης φέρνει την εξέλιξη και την πρόοδο και σε άλλους τομείς. Η δημογραφική αύξηση, η σχετική ειρήνευση κατά τον 10ο αιώνα καθώς και η αύξηση της ασφάλειας αποτελούν αποτελέσματα της προόδου αυτής.
Παράλληλα παρατηρείται οικονομική ανάπτυξη, που οφείλεται κυρίως στον εξαγροτισμό της κυρίαρχης τάξης. Η αριστοκρατία της γης υποκινεί την πρόοδο στην αγροτική παραγωγή και τη βελτίωση από τους αγρότες που είχαν στην υπηρεσία τους των μεθόδων καλλιέργειας. Αυξάνεται και βελτιώνεται η επιφάνεια της καλλιεργήσιμης γης, χρησιμοποιείται το ασύμμετρο άροτρο και αυξάνεται η χρήση του σιδήρου. Βελτιώνεται, τέλος η ποικιλία της παραγωγής.
Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες αποτέλεσε η αύξηση του πληθυσμού, ο οποίος διπλασιάστηκε τουλάχιστον ανάμεσα στον 10ο και 14ο αιώνα. Η δημογραφική αυτή ανάπτυξη επέφερε με τη σειρά της την επέκταση της Χριστιανοσύνης, της οποίας πρώτη όψη είναι το ρεύμα εκχερσώσεων που ακολούθησε. Μη θίγοντας το δασικό πλούτο, ο οποίος ήταν σημαντικός για τη μεσαιωνική οικονομία, η κατάκτηση του εδάφους έγινε κυρίως αποξηραίνοντας έλη και δημιουργώντας πόλντερ.
Αξίζει να σημειωθεί ακόμα η καταφυγή της Χριστιανοσύνης στην εξωτερική επέκταση. Ένα διπλό ρεύμα κατάκτησης προκαλεί την επέκταση της Χριστιανοσύνης στην Ευρώπη, που αποτελεί έργο των Γερμανών κυρίως, καθώς και τις εκστρατείες σε μουσουλμανικές χώρες. Ο εκχριστιανισμός πραγματοποιείται με αργούς ρυθμούς και μαζί με τις προσαρτήσεις στη Respublica Christiana, σημαντικές μεταναστεύσεις στο εσωτερικό της Χριστιανοσύνης, μεταβάλλουν το χάρτη της Δύσης. Αξιόλογο παράδειγμα της χριστιανικής επέκτασης αποτελούν οι Νορμανδοί, οι οποίοι καταλαμβάνουν την Αγγλία και εγκαθίστανται στη Mεσόγειο. Γεννιούνται τα νορμανδικά πριγκιπάτα στη Νότια Ιταλία και ιδρύεται το νορμανδικό βασίλειο των Δύο Σικελιών.
Η Βόρεια Γαλλία, από την άλλη, αποικίζει τη Νότια, επωφελούμενη από την σταυροφορία κατά των Αλβιγηνών. Η γαλλική μετανάστευση κατευθύνεται κυρίως προς την Ισπανία και πετυχαίνεται η επανάκτηση ολόκληρης σχεδόν της Ισπανίας από τους μουσουλμάνους.
Η κατεξοχήν σταυροφορία, αυτή που έγινε στους Αγίους Τόπους, αποτέλεσε διέξοδο στο δυτικό υπερπληθυσμό για τους ιππότες και τους αγρότες του 11ου αιώνα. Οι Άγιοι Τόποι δεν υπήρξαν εστία δανείων. Οι σταυροφορίες δεν επέφεραν στη Δύση ούτε την εμπορική ανάπτυξη, ούτε νέες τεχνικές. Αντιθέτως, όπως οι περισσότεροι ιστορικοί υποστηρίζουν, οδήγησαν στην πτώχευση της Δύσης, ειδικά της ιπποτικής τάξης, καθώς και στην αναζωπύρωση των εθνικών αντιθέσεων και στη δημιουργία χάσματος ανάμεσα σε δυτικούς και Βυζαντινούς.
Βέβαια, η Παποσύνη και η Εκκλησία πίστευαν ότι μέσω των σταυροφοριών θα κυριαρχήσουν στην ίδια τη Δύση, στη Respublica Christiana. Παρόλο που το σχέδιο αυτό απέτυχε, η Εκκλησία μπόρεσε και οδήγησε τις καρδιές των δυτικών στην αναζήτηση της επουράνιας Ιερουσαλήμ.
Και ενώ τα μάτια των δυτικών ήταν στραμμένα στην Ιερουσαλήμ, αρχίζουν να αναπτύσσονται οι μεσαιωνικές πόλεις. Αστική κυρίως θρησκεία, ο χριστιανισμός διαφυλάσσει την αστική συνέχεια στη Δύση. Ο Henry Pirenne πολύ σωστά υποδεικνύει ότι η μεσαιωνική πόλη γεννιέται και αναπτύσσεται στη βάση της οικονομικής της λειτουργίας. Δημιουργείται από την ανανέωση των συναλλαγών και είναι επίτευγμα εμπόρων. Οι πόλεις προσελκύουν τους homines novi και μέλη των άλλων υψηλών τάξεων, όπως ο κλήρος. Παράλληλα η μετανάστευση από την ύπαιθρο στις πόλεις αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα φαινόμενα του χριστιανικού κόσμου. Κτίζονται ακόμα πύργοι για προστασία και αποθήκευση τροφίμων, καθώς και ως σύμβολα γοήτρου, και εγκαθιδρύεται ο καταμερισμός της εργασίας.
Εμφανίζονται, ακόμα, νέα επαγγέλματα, δεν παύει όμως η οικονομία να εξαρτάται από την αριστοκρατία των γαιοκτημόνων. Οι συντεχνίες περιορίζουν τον ανταγωνισμό και ανακόπτουν την παραγωγή. Η εξειδίκευση αποτελεί αδυναμία της νέας οικονομίας, η οποία περιορίζεται κυρίως στην ικανοποίηση των τοπικών αναγκών. Οι εξαγωγές σπανίζουν-με εξαίρεση τον τομέα της υφαντουργίας που σημειώνει τρομερή ανάπτυξη. Για αρκετά μεγάλο διάστημα το εμπόριο αφορά μόνο είδη πολυτελείας (π.χ. υφάσματα) και είδη πρώτης ανάγκης (π.χ. αλάτι) και ως εστίες συναλλαγής χρησιμοποιούνται οι εμποροπανήγυρεις αρχικά και αργότερα τα λιμάνια της Ιταλίας και της Βόρειας Φερμανίας καθώς και η Χάνσα, ευρεία εμπορική συνομοσπονδία που αποκτά πολιτική δύναμη.
Με την εξέλιξη του μεγαλεμπορίου και την εγκαθίδρυση μακρινών εμπορικών σταθμών συμπληρώνεται η επέκταση της Μεσαιωνικής Χριστιανοσύνης. Κίνητρο γεωγραφικής επέκτασης, το μεγαλεμπόριο παίζει κυρίαρχο ρόλο στην επέκταση της εκχρηματισμένης οικονομίας και κόβονται νομίσματα μεγάλης αξίας.
Η αστική σφραγίδα είναι έντονη και στον πνευματικό-καλλιτεχνικό τομέα. Η μυστικιστική πνευματικότητα και η ρωμανική τέχνη ανθίζουν στα μοναστήρια. Ο γοτθικός ρυθμός εμφανίζεται στη ρωμάνικη τέχνη, η οποία πλέον είναι τέχνη αστική. Οι συντεχνίες διακοσμούν την εκκλησία με υαλογραφίες και προστίθεται το καμπαναριό, το τύμπανο ή ο πύργος. Η εικονογραφία των ναών είναι έκφραση της αστικής κουλτούρας, δεν παραλείπεται όμως η υπενθύμιση της αγροτικής ζωής, αφού οι αγροτικές εργασίες μέσα στους μήνες αποτελεί μία από τις βασικές διακοσμήσεις της αστικής εκκλησίας.
Όσον αφορά τα σχολεία των πόλεων, παίρνουν το προβάδισμα ως προς τα σχολεία των μοναστηριών. Ο σχολακισμός, ο οποίος κυριαρχεί στο θεσμό του πανεπιστημίου, είναι τέκνο της πόλης. Η μελέτη και η διδασκαλία γίνονται τότε επάγγελμα.
Ο ρόλος της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της Χριστιανοσύνης, πρωταγωνιστικός. Όντας ο πλουσιότερος οργανισμός και χρησιμοποιώντας τα θαύματα, ανοικοδομεί και επεκτείνει ναούς. Παράλληλα, προστατεύει τον έμπορο, καθώς και προσαρμόζεται στην εξέλιξη κυρίως της κοινωνίας, της οποίας παρέχει και τη πνευματική καθοδήγηση που έχει ανάγκη.
Συγχρόνως εμφανίζεται ένα κίνημα (11ος αιώνας) το οποίο εμπνέει την μεταρρύθμιση του κλήρου προς την κατεύθυνση του κοινοτισμού, ενώ γεννιούνται τάγματα που εκδηλώνουν την ανάγκη να ξαναβρούν τις αληθινές αξίες, εγκωμιάζουν τη χειρονακτική εργασία και νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας. Την ενσάρκωση των ανησυχιών μίας κοινωνίας που δέχεται μεταβολές σε όλους τους τομείς της αποτελούν οι ερημίτες. Στην έκκληση της για προσαρμογή, η Εκκλησία δημιουργεί τους επαίτες. Κρίση όμως επέρχεται και νέα τάγματα (Βαλδίνοι, Φραγκισκανοί, Μινορίτες και Κήρυκες-Δομινικανοί) εμφανίζονται.
Ο 13ος αιώνας είναι εποχή «εκκοσμίκευσης». Επίσκοποι προσπαθούν να σταματήσουν την πνευματική εξέλιξη και καταδικάζουν τον αυλικό έρωτα και τη χαλάρωση των ηθών, τη άμετρη χρήση της λογικής στη Θεολογία και το ξεκίνημα της πειραματικής και ορθολογικής επιστήμης. Το 1022 ανάβονται οι πρώτες πυρές για τους αιρετικούς. Λίγο αργότερα εμφανίζονται και οι Καθαροί και οι ιωακειμίτες. Τέλος σε αυτή την κρίση δίνεται με τη θεσμοθέτηση από την Εκκλησία της Ιεράς Εξέτασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μεγάλες αυτές αιρέσεις του 12ου-13ου αιώνα είχαν ως στόχο το κτύπημα της φεουδαρχίας.
Η φεουδαρχία είναι το σύνολο των προσωπικών σχέσεων που συνδέουν τα μέλη των κυρίαρχων στρωμάτων της κοινωνίας. Βασικά, ο άρχοντας προσφέρει κάποιο ευεργέτημα και προστασία στον υποτελή, με αντάλλαγμα την προσφορά κάποιων υπηρεσιών από τον τελευταίο (στη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, το στρατό) και ενός όρκου πίστης. Το φέουδο είναι συνήθως-κυρίως έπειτα τον 11ο αιώνα-γη, πράγμα το οποίο τοποθετεί τη φεουδαρχία στην αγροτική της βάση. Φεουδαρχία είναι ουσιαστικά η προσκύνηση και το φέουδο.
Σύμφωνα με τον Georges Duby, κέντρο της φεουδαρχικής οργάνωσης αποτελεί ο πύργος, ο οποίος σιγά-σιγά απορροφά όλες τις εξουσίες. Το 971 εμφανίζεται ο τίτλος του ιππότη και το 986 το πρώτο ιδιωτικό δικαστήριο.
Από το 1030 δημιουργείται το συμβόλαιο της φεουδαρχικής υποτέλειας. Οι συνθήκες για τους αγρότες γίνονται όμοιες με αυτές για τους πάροικους, ενώ η ιπποσύνη μετατρέπεται σε «κληρονομική κάστα, σε αληθινή ευγένεια». Αποτελείται ωστόσο από δύο βαθμίδες, ανάλογα με την εξουσία που έχει ένας ιππότης στους αδυνάτους. Από τον πύργο του ο άρχοντας-αφέντης μίας περιοχής-ασκεί όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές εξουσίες (χωροδεσποτεία-bannale).
Νέες αλλαγές όμως (1160) παύουν την τόσο μεγάλη εξουσία των πύργων. Η τάξη των ευγενών πλήττεται και ένα μεγάλο μέρος των εξουσιών των πυργοδεσποτών χάνεται προς όφελος των πριγκίπων και κυρίως του βασιλιά. Το 1239 το μακοναί προσαρτάται στα βασιλικά κτήματα. Η κλασική φεουδαρχία λήγει εδώ.
Την επαύριον του έτους 1000, δύο είναι οι προσωπικότητες που καθοδηγούν την Χριστιανοσύνη: ο πάπας και ο αυτοκράτορας. Μετά από αρκετές συγκρούσεις μεταξύ τους, γίνεται ο ορισμός μιας νέας Χριστιανοσύνης, στην οποία η κοσμική και η πνευματική εξουσία είναι σαφώς διαχωρισμένες.
Η δυτική Χριστιανοσύνη φθάνει στο απόγειο της. Σε αυτό το σημείο νέα δύναμη που θα αντικαταστήσει τη φεουδαρχία δεν θεωρείται η πόλη. Η νεότερη Ευρώπη δεν θα ανοικοδομηθεί γύρω από πόλεις αλλά γύρω από κράτη. Αξίζουν να σημειωθούν εν κατακλείδι οι γνώμη του Πέτρου Ντυπουά, ο οποίος πιστεύει ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας είναι ο μεγαλύτερος ηγεμόνας της Χριστιανοσύνης λόγω του ότι έχει το μεγαλύτερο αριθμό υπηκόων και η γνώμη του Μαρσίλιου, ο οποίος θεωρεί τον πληθυσμό μία από τις κυριότερες δυνάμεις των μοντέρνων κρατών.
Από τον 13ο-15ο αιώνα, η Χριστιανοσύνη εισέρχεται σε περίοδο κρίσης λόγω κάποιων σημαντικών γεγονότων που συνέβησαν όπως για παράδειγμα οι ερημώσεις των αγρών και των χωριών, οι επιδρομές, οι απεργίες και οι αστικές εξεγέρσεις, η υποτίμηση του νομίσματος και οι χρεοκοπίες τραπεζών και μικρών εταιριών. Όλα αυτά τα συμπτώματα της κρίσης εκδηλώνονται κυρίως στις πόλεις μέσω της υφαντουργίας, στην οικοδομή όπου το εργατικό δυναμικό, οι πρώτες ύλες και τα κεφάλαια κοστίζουν όλο και περισσότερο. Επιπλέον, οι κακοκαιρίες, η άνοδος των τιμών και ο υποσιτισμός συντελούν στην κρίση με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός πληθυσμού να πεθαίνει από την πείνα και τις αρρώστιες. Η κρίση δεν επηρέασε όλη τη δυτική οικονομία, ούτε όλες τις κατηγορίες και τα άτομα στον ίδιο βαθμό. Η φεουδαρχική τάξη αρχίζει να προσαρμόζεται μετά τη μείωση της ισχύος τους, αντικαθιστώντας τη γεωργία με την κτηνοτροφία. Το εργατικό δυναμικό περιορίζεται λόγω της θνησιμότητας αλλά όσοι επιζούν, γίνονται πλουσιότεροι από πριν. Η κρίση του 14ου αιώνα ευνόησε στην εξέλιξη του κρατικού συγκεντρωτισμού, δημιούργησε νέες αστικές πελατείες για προϊόντα και τέχνη και βοήθησε στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των ανώτερων στρωμάτων και στην ανάπτυξη της ευζωίας και της φιλοκαλίας.
Στη μεσαιωνική Δύση, όπως στο Βυζάντιο και στην Κίνα, το επίπεδο των τεχνικών είναι μέτριο παρόλο ότι στις τελευταίες είχαμε ανάπτυξη της τεχνολογίας, του αστικού πολιτισμού και της οικονομίας. Σε σύγκριση με τη ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο πρώιμος Μεσαίωνας βρίσκετε σε παρακμή. Αντίθετα, από τον 12ο αιώνα έχουμε μια σημαντική ποσοτική τεχνολογική πρόοδο που αναφέρεται σε εργαλεία, σε μηχανές και τεχνικές. Δύο από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της εποχής ήταν ο νερόμυλος και το άροτρο. Ένας μεγάλος αριθμός εφευρέσεων είναι δανεισμένοι από την Ανατολή, όπως ο ανεμόμυλος, γνωστός πρώτα στην Κίνα και έπειτα στην Περσία και Ισπανία, που διαφέρει στη μορφή από τόπο σε τόπο. Η παρακμή και η τεχνολογική στασιμότητα οφείλονται αναμφίβολα στη νοοτροπία.
Μια μικρή ομάδα ανθρώπων, κυρίως λαϊκοί και εκκλησιαστικοί άρχοντες ικανοποιούν τις ανάγκες τους και όχι μόνο τις βασικές αλλά προμηθεύονται ξένα προϊόντα, πολυτελείας από εισαγωγές σε αντιδιαστολή με τη μεγάλη μάζα που είναι μεγαλύτερη σε αριθμό και υποταγμένη σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Ζουν σε άθλια κατάσταση και είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν χρήματα και υπηρεσίες στους ανώτερους άρχοντες. Οι ιερείς και οι μοναχοί ήταν αυτοί που βοήθησαν το λαό λόγω των υποχρεώσεών τους. Έπρεπε να απαλλάσσονται από κάθε υλική ανάγκη και να μην έχουν σχέση με τον έξω κόσμο. Έτσι βοηθούσαν τους φτωχούς δίνοντάς τους τα απαραίτητα για να ζήσουν και ενθαρρύνοντάς τους. Έχουμε μεγάλη πρόοδο στη μεταλλουργία και τη βαλλιστική λόγω της εξέλιξης του εξοπλισμού και της στρατιωτικής τέχνης που προορίζεται για αριστοκράτες πολεμιστές. Η Εκκλησία είναι αυτή που βοηθά ιδιαίτερα στην πρόοδο με την ανέγερση εκκλησιών και τη μέτρηση του χρόνου για το εκκλησιαστικό ημερολόγιο και ωθεί την τεχνική πρόοδο, τα εργαλεία και τις τέχνες όπως για παράδειγμα η υαλογραφία. Τα εργαλεία δεν χρησιμοποιούνταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα. Υπήρχαν μόνο σαν σύμβολα στην λογοτεχνία και στην Τέχνη. Για κάποιο χρονικό διάστημα, οι ανακαλύψεις- καινοτομίες της εποχής. Θεωρούνταν αμαρτίες, έθεταν σε κίνδυνο την ισορροπία της ζωής των ανθρώπων σε κάθε τομέα. Άλλωστε οι εφευρέσεις στρέφονταν ενάντια του μεγάλου αριθμού του πληθυσμού.
Με την πραγματοποίηση του εκμηχανισμού δεν συνέβη καμία ποιοτική πρόοδος εκείνη την εποχή. Όλες οι μηχανές είχαν γίνει γνωστές από την Αρχαιότητα, όπου οι πέντε «αλυσίδες της κίνησης», δηλαδή η βίδα, ο τροχός, το έκκεντρο, το επίσχεστρο και η τροχαλία. Μόνο η μανιβέλα ήταν μεσαιωνική ανακάλυψη. Η αδυναμία του τεχνικού εξοπλισμού εκδηλωνόταν σε όλο και περισσότερους βασικούς τομείς. Η στασιμότητα των τεχνικών μετατροπής της κίνησης δεν εξηγείται ούτε με τη νοοτροπία ούτε μπορούσε να τις συνδέσουμε με θρησκευτικές αντιλήψεις, δόγματα και υπαρξιακές τάσεις. Η αδυναμία των μηχανικών του Μεσαίωνα εξαρτάται από τη γενική τεχνολογική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Ο Μεσαίωνας διαθέτει και τορνευτά αντικείμενα, που οφείλονται στην επεξεργασία των τόρνων ή υλών χαμηλής αντοχής. Οι ανυψωτικές μηχανές και το επικλινές επίπεδο ήταν οι πιο συχνοί τρόποι κατασκευής εκκλησιών και ανοικοδόμησης κτηρίων και πύργων. Η μέθοδος της ανύψωσης των υλικών χρησιμοποιούνταν σε πριγκιπικούς πύργους, εκκλησιαστικά εργοστάσια και στις πόλεις. Στο στρατό, το πυροβολικό είχε ήδη τελειοποιηθεί από τους Ρωμαίους. Στο πυροβολικό, πριν από τα όπλα είχε χρησιμοποιηθεί η βαλλίστρα, ο καταπέλτης και παλαιότερα ο σκορπιός ή όναγρος, που έριχνε βλήματα πολύ ψηλά. Η μεγαλύτερη, παρ’ όλα αυτά, εφεύρεση του Μεσαίωνα είναι ο νερόμυλος και αποσκοπεί σε βιοτεχνικούς ή βιομηχανικούς σκοπούς.
Το ξύλο δέσποζε την εποχή του Μεσαίωνα. Άλλοτε μιλάμε για ξύλο ακατέργαστο σε μικρό μέγεθος, που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία και άλλοτε για ακριβά ξύλα μεγάλων διαστάσεων, άκαμπτα που χρησιμεύουν στην κατασκευή κτιρίων και καραβιών. Το ξύλο γίνεται σύμβολο επίγειων αγαθών. Είναι το πιο συνηθισμένο προϊόν της μεσαιωνικής Δύσης και ένα από τα κυριότερα εξαγωγικά της προϊόντα στο μουσουλμανικό κόσμο. Ένα άλλο εξαγωγικό προϊόν ήταν ο σίδηρος, προϊόν πολυτελείας, επεξεργασμένο σε σπαθιά από τους επιδέξιους σιδηρουργούς της κεντρικής Ασίας. Ο σίδηρος βοηθά στην κατασκευή εργαλείων και μηχανών με σκοπό την καλλιέργεια την γης, το χτίσιμο των σπιτιών, είναι απαραίτητος στην άμυνα κατά των εχθρών, δηλαδή προορίζεται για στρατιωτική χρήση και επίσης χρησιμοποιείται και στην επεξεργασία του ξύλου. Θα μπορούσαμε να πούμε, επιπλέον, ότι το ξύλο εμπεριέχει και ένα θρησκευτικό σύμβολο. Το ξύλο συμβολίζει το καλό ενώ ο σίδηρος το κακό, γι’ αυτό τα μεσαιωνικά εργαλεία είναι ως επί το πλείστων ξύλινα. Εξάλλου το προϊόν που ανταγωνίζεται εκείνη την εποχή το ξύλο είναι η πέτρα. Η πέτρα είναι και αυτή βασικό άφθαρτο υλικό της τεχνικής του Μεσαίωνα. Είναι είδος πολυτελείας. Τα σπίτια που είχαν λίθινη κατασκευή ήταν ένδειξη ανόδου και πλούτου. Από πέτρα ήταν χτισμένα σπίτια πλούσιων αστών, εκκλησίες και γέφυρες. Μια μεγάλη τεχνική πρόοδος του Μεσαίωνα είναι η ανακάλυψη λίθινων αψίδων και τα νέα συστήματα στήριξης των θόλων.
Κατά τον Μεσαίωνα, η γη και η αγροτική οικονομία καθορίζουν στον αγροτικό τομέα τον πλούτο, τη δύναμη και την πολιτική. Όμως από τη γη οι άνθρωποι δεν αντλούν πολλά αγαθά γιατί δεν γνωρίζουν πώς να την αξιοποιήσουν. Όμως αυτό που συντελεί κυρίως στην κωλυσιεργία της γης είναι τα εργαλεία. Η έλλειψη εργαλείων μπορεί να θεραπευθεί με τον εμπλουτισμό του εδάφους με κοπριά, δηλαδή φυσικά λιπάσματα. Όμως το πρόβλημα που υπάρχει τώρα είναι έλλειψη ζώων. Τα φυσικά λιπάσματα, που το 12ο αιώνα ήταν πολύ σημαντικά και δίνονταν ως ανταμοιβή υπηρεσιών, τα σάπια χόρτα και φύλλα ήταν σημαντικό συμπλήρωμα για το έδαφος. Οι ελλείψεις σε εργαλεία και λιπάσματα είχαν σαν συνέπειες: η καλλιέργεια να είναι επεκτατική και καθόλου εντατική. Η γεωργία ήταν σε μεγάλο βαθμό νομαδική και στα χωράφια γίνονταν εκχερσώσεις. Παρά τις ελλείψεις φαίνεται να διαδίδονται οι μέθοδοι της αγρανάπαυσης και της αμειψισποράς. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ελλείψεων και των μεθόδων είναι οι ισχνές αγροτικές αποδόσεις.
Σημαντική πρόοδος σημειώνεται στον τομέα των πηγών ενέργειας, της υδραυλικής και της αιολικής ενέργειας. Ωστόσο το ουσιαστικότερο μέρος της ενέργειας προέρχεται ακόμη από τον άνθρωπο και τα ζώα. Όμως τα ζώα εκείνης της εποχής είχαν μικρότερο μέγεθος και η δύναμή τους π.χ. στο όργωμα ήταν κατώτερη από εκείνη των σημερινών ζώων. Για το όργωμα συνήθως χρησιμοποιούνταν ή δυο βόδια ή ένα άλογο. Το άλογο κόστιζε όσο δυο βόδια παρ’ όλ’ αυτά οι αγρότες προτιμούσαν να αγοράζουν βόδια, αν και η απόδοσή τους ήταν κατώτερη των αλόγων, λόγω της υψηλής ονομαστικής αξίας και της τροφής των αλόγων. Εκτός των άλλων σημαντικό ζώο είναι και το γαϊδούρι που βοηθά τον άνθρωπο στις χειρωνακτικές δουλειές, αν και τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι κουβαλούσαν οι ίδιοι τα φορτία στους ώμους. Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις όπως το χτίσιμο των καθεδρικών ναών, άνθρωποι από διάφορες κοινωνικές τάξεις, ακόμη και πρίγκιπες, ζεύονταν μεγάλα φορτία για να βοηθήσουν ή ως μετάνοια ή ως αγαθοεργία. Στον Μεσαίωνα το κύριο μεταφορικό μέσω ήταν ο άνθρωπος. Τα καρότσια, οι άμαξες ήταν ελάχιστα. Όσο για τις θαλάσσιες μεταφορές παραμένουν ανεπαρκείς παρά τις βελτιώσεις των καραβιών.
Η αδυναμία των εργαλείων και η τεχνική ανικανότητα στην εξόρυξη των μεταλλευμάτων, για παράδειγμα του σιδήρου, του χαλκού, του μολύβδου, του γαιάνθρακα, του αλατιού και του κασσίτερου περιόρισε την εξόρυξη σε επιφανειακά κοιτάσματα. Όλα αυτά τα μεταλλεύματα σιγά-σιγά δεν φτάνουν για να καλύψουν τις απαιτήσεις της εκχριστιανισμένης οικονομίας γιατί εκτός του ότι παράγονται σε ανεπαρκή ποσότητα, δεν επεξεργάζονται με κατάλληλο εξοπλισμό και οι τεχνικές είναι υποτυπώδεις. Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, τεχνικές πρόοδοι πραγματοποιούνται στο στρατό με την εφεύρεση της πυρίτιδας και των φλογοβόλων όπλων, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της μεταλλουργίας.
Στα εργαστήρια, κατασκευάζονται τα υφάσματα πολυτελείας ενώ στα σπίτια παράγονται τα υπόλοιπα ρούχα. Κατά την εποχή του Μεσαίωνα, ήταν οι τεχνικοί και οι εφευρέτες. Ακόμη και οι έμποροι της υψηλής κοινωνίας, όπως οι Ιταλοί και οι Χανσεάτες θεωρούνταν βιοτέχνες, αφού άλλωστε οι έμποροι δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη ειδίκευση και η κύρια ασχολία τους είναι η μετακίνηση από τόπο σε τόπο. Κοντά τους υπήρχαν συνήθως και λόγιοι άνθρωποι, οι συμβολαιογράφοι οι οποίοι συνέτασσαν συμβόλαια για λογαριασμό του εμπόρου με σκοπό να τους χρησιμέψουν ως μαρτυρίες. Μια από τις πιο σημαντικές εμπορικές και χρηματιστικές τεχνικές ήταν το συνάλλαγμα, δηλαδή η ανταλλαγή των νομισμάτων. Ο μόνος τεχνικός που μπορεί να θεωρηθεί διανοούμενος είναι ο αρχιτέκτονας που κατά την γοτθική εποχή η τέχνη της οικοδομής γίνεται επιστήμη. Ο αρχιτέκτονας έρχεται σε σύγκρουση πολλές φορές με τον κατασκευαστή, δηλαδή τον κτίστη που εφαρμόζει τους κανόνες που γίνονται μέσω υπολογισμών του αρχιτέκτονα. Η εποχή του Μεσαίωνα ήταν μια περίοδος αποκατάστασης των εκκλησιών και των οικοδομημάτων. Ήταν μια εποχή που βοήθησε στην κατάκτηση της φύσης με ανθρώπινες τεχνικές παρά τις λιγοστές ανακαλύψεις.
Στην Δύση, τον Μεσαίωνα στόχος της οικονομίας είναι η συντήρηση των ανθρώπων, δηλαδή η απόκτηση των αναγκαίων για τη ζωή: τροφή, ρούχα, κατοικία. Ο όρος «συντήρηση» δεν είναι υλικός αλλά έχει μια έννοια κοινωνικο-οικονομική. Η οικονομία του Μεσαίωνα είναι αγροτική, βασίζεται στα παραγόμενα προϊόντα της γης. Σε αντίθεση με τις κατώτερες τάξεις, τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Η συντήρησή του στηρίζεται σε εισαγωγές από το εξωτερικό και από την εργασία των αγροτών. Η εργασία εξασφαλίζει την διαβίωση των ανθρώπων, την αποφυγή της οκνηρίας και ταπείνωση του σώματος. Ο οικονομικός στόχος πρέπει να ανταποκρίνεται στην αναγκαιότητα (necessitas). Η εργασία είναι μόνιμη ανάγκη παρά κάποιων παρεκκλίσεων από θρησκευτικούς κανόνες, όπως για παράδειγμα η εργασία την Κυριακή, που απαγορεύεται, όμως επιτρέπεται σε περιπτώσεις ανάγκης. Ακόμη και ο Ραιϋμόνδος του Πεναρόφ (Raymod de Penafort) συμφωνεί λέγοντας ότι η αναζήτηση πέραν των αναγκαίων είναι αμαρτία, είναι οικονομική μορφή της superbia, της υπεροψίας. Στη Μεσαιωνική Δύση υπήρξε οικονομική ανάπτυξη που οφειλόταν όχι μόνο στη δημογραφική αύξηση αλλά στο ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων θα έπρεπε να τραφεί, να αποκτήσει ρούχα και κατοικία. Αυτό επιτεύχθηκε με τις εκχερσώσεις, την επέκταση της καλλιέργειας και τις μεθόδους της αμειψισποράς, της βελτίωσης των εργαλείων, κτλ. Η αδιαφορία για την ανάπτυξη της οικονομίας έχει σαν αποτέλεσμα την παρακμή της εκχρηματισμένης οικονομίας. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα εμφανίστηκε ο δανεισμός κυρίως για καταναλωτικούς σκοπούς. Όμως ο Χριστιανισμός καταδίκασε το δανεισμό μεταξύ Χριστιανών, ενώ άφησε ανενόχλητους τους Εβραίους που πήραν το ρόλο των δανειστών. Καμία οικονομική πρόοδος δεν ήταν εφικτή αφού όλες οι τάξεις καταπιεσμένες και λόγω των αρχόντων και της Εκκλησίας που επέβαλαν φόρους.
Οι φεουδάρχες εμπόδισαν την ανάπτυξη της οικονομίας, κάνοντας κτήμα τους το πλεόνασμα της αγροτικής παραγωγής. Μερικοί άρχοντες ήταν εξαιρετικά εύποροι, όμως υπήρχαν κι άλλοι που δεν ανταποκρίνονταν επαρκώς στις οικονομικές ανάγκες τους. Άλλωστε το σύνολο των προσόδων που οι άρχοντες αντλούσαν από την εκμετάλλευση των αγροτών δεν άξιζε πάντα το ίδιο αλλά άλλαζε ανάλογα με τις συνθήκες.
Οι αγγαρείες σιγά-σιγά αρχίζουν να ελαττώνονται. Εξαιτίας της εκμετάλλευσης των αγροτών από την τάξη των αρχόντων, η πολυπληθέστερη αυτή τάξη αναγκαζόταν να ικανοποιεί μόνο τις πρωτεύουσες ανάγκες της άλλωστε οι αγρότες ήταν αναγκασμένοι να πληρώνουν φόρους και να παραχωρούν τις καλύτερες εκτάσεις γης στην ανώτερη τάξη. Την περίοδο του Μεσαίωνα είχαμε την ιδιοποίηση πολλών κομματιών γης από αγρότες λόγω έλλειψης της δημιουργίας ενός συμβολαίου ανάμεσα σε άρχοντα και αγρότη.
Οι άνθρωποι της Δύσης πλήττονταν από τις κακουχίες, όπως η έλλειψη φαγητού που επέφερε σοβαρές επιδημίες, οι καιρικές συνθήκες που δυσκόλεψαν στη συγκομιδή των προϊόντων με αποτέλεσμα την άνοδο της τιμής των τροφίμων. Τον 12ο αιώνα άρχισε η συγκέντρωση αποθεμάτων ώστε σε περίοδο λιμού να ήταν δυνατό να γίνει διανομή αυτών των αποθεμάτων. Το βασικό μειονέκτημα αυτής της εποχής ήταν η κακή συντήρηση των τροφίμων σε συνδυασμό με τις φυσικές καταστροφές και τις καταστροφές των ζώων.
Ο Μεσαιωνικός κόσμος χαρακτηριζόταν από αρρώστιες, φυσικές καταστροφές και οικονομικές δυσχέρειες. Κάτι ακόμη που χαρακτηρίζει το Μεσαίωνα είναι η παιδική θνησιμότητα και ο μικρός μέσος όρος ζωής. Δεν έλλειπαν επίσης οι ενδημικές ασθένειες και οι νευρολογικές παθήσεις.
Η κρίση που ξέσπασε το 14ο αιώνα οφειλόταν κυρίως στις μεγάλες εκχερσώσεις και στην εγκατάλειψη των άγονων γαιών. Με την αύξηση του αριθμού των επαιτών αρχίζει να υπάρχει ζήτηση εργατικού δυναμικού το οποίο όμως έπρεπε να πληρώνεται όσο το δυνατόν λιγότερο. Με τη δημογραφική μείωση άρχισαν να αυξάνονται οι διαμαρτυρίες επειδή πολλοί άρχοντες μετέτρεπαν τις γαίες τους σε βοσκοτόπια με αποτέλεσμα να μην χρειάζονται εργάτες. Στα μάτια αυτών των ανθρώπων η θρησκεία ήταν πια η μόνη τους ελπίδα.
Στον υλικό τομέα σημειώνεται σημαντική πρόοδος και αυτό συνεπάγεται βελτίωση της ζωής των ανθρώπων. Συν τοις άλλοις, έχουμε αύξηση του πληθυσμού, αύξηση της αγροτικής παραγωγής και των μισθών και μικρή άνοδο των τιμών. Στη Μεσαιωνική Δύση το χρήμα ήταν πάντα απαραίτητο για τη λειτουργία της ζωής αφού άλλωστε έχουμε εκχρηματισμένη οικονομία, γι’ αυτό υπήρχαν και πολλά εργαστήρια κοπής χρημάτων. Σιγά-σιγά όμως υποχωρούσε το είδος αυτής της οικονομίας με αποτέλεσμα να σταματήσει η κοπή των χρυσών νομισμάτων. Έως τον 13ο αιώνα το μόνο νόμισμα που βρισκόταν σε κοινή χρήση ήταν το αργορό δηνάριο, μια πολύ μικρή μονάδα. Η κοπή νομίσματος θεωρούνταν ένδειξη ισχύος. Τα χρυσά νομίσματα αποτελούσαν ένδειξη γοήτρου και δεν είχαν καμία οικονομική αξία. Στο τέλος του 13ου αιώνα έχουμε την πρώτη κρίση του φεουδαρχικού συστήματος λόγω της γρήγορης υποτίμησης του νομίσματος που αυτό είχε σαν συνέπεια τη μείωση των εσόδων.
Με τη δημιουργία της τάξης των κουλάκων έχουμε την άνοδο του αγροτικού κόσμου και την επέκταση των γαιών. Παρ’ όλ’ αυτά στη μεγαλύτερη μάζα του αγροτικού κόσμου επικρατεί φτώχια με αποτέλεσμα οι μικροί αγρότες να εξαρτιόνται από τους μεγαλογαιοκτήμονες. Οι οικονομικές δυσχέρειες τους οδηγούσαν στο δανεισμό από τοκογλύφους.
Οι έμποροι ήταν αυτοί που ευνοήθηκαν από την εκχρηματισμένη οικονομία και την οικονομική ισχύ τους την όφειλαν όχι τόσο στη γη όσο στο χρήμα. Οι έμποροι πουλούσαν προϊόντα, σπάνια και ακριβά, συμπληρώνοντας έτσι την παραγωγή. Η εργασία ήταν αυτή που ισχυροποίησε τις αστικές τάξεις. Υπήρχε διάκριση της εργασίας. Οι αγρότες που διέθεταν εργαλεία και ζώα βρίσκονταν σε αντίθεση με τους χειρώνακτες οι οποίοι στηρίζονταν στον εαυτό τους για να ζήσουν.
Κάθε πολιτισμός διαθέτει διαφορετικά στρώματα κουλτούρας τα οποία χωρίζονται βάση των κοινωνικών κατηγοριών και των ιστορικών εισφορών. Αυτό αρχίζει κυρίως στον πρώιμο δυτικό Μεσαίωνα. Ο εμφανέστερος νεωτερισμός της κουλτούρας είναι οι σχέσεις που εγκαθιδρύονται ανάμεσα στην ειδωλολατρική κληρονομιά και τη χριστιανική συνεισφορά. Στο επίπεδο όμως των μορφωμένων στρωμάτων, και οι δύο είχαν φτάσει σε έναν επαρκή βαθμό ομοιογένειας, ώστε να μπορούμε να τις θεωρούμε εταίρους. Πρέπει όμως να τις θεωρήσουμε ανταγωνιστικές; Οι δύο αυτές σκέψεις και ευαισθησίες συγκρούστηκαν. Κατά την εποχή του χριστιανικού Μεσαίωνα υπάρχουν προβλήματα λόγω της ειδωλολατρικής λογοτεχνίας τα οποία όμως παίρνουν τέλος τον 5ο αιώνα. Τον 14ο αιώνα εμφανίζονται οι εξτρεμιστές των δύο αντιτιθέμενων τάσεων: αυτοί που καταργούν τη χρήση (ακόμα και την ανάγνωση) των αρχαίων συγγραφέων και αυτοί που τους χρησιμοποιούν ευρύτατα και με τρόπο λίγο πολύ αθώο. Η τελική στάση όμως καθορίστηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας και τελειοποιήθηκε από τον Άγιο Αυγουστίνο.
Τα «ειδωλολατρικά» βιβλία χρησιμοποιούνται με πολλούς τρόπους στην πράξη από κληρικούς του Μεσαίωνα. Με αυτό το συμβιβασμό λοιπόν εξασφαλίστηκε μια συνέχεια της αρχαίας παράδοσης. Στη συνέχεια όμως προδόθηκε αρκετά από την πνευματική ελίτ και έτσι ένιωσε την ανάγκη να επιστρέψει στις αρχαίες πηγές.
Στον πρώιμο δυτικό Μεσαίωνα, με την ανάγκη που δημιουργήθηκε στους συγγραφείς για να χρησιμοποιήσουν τα αναντικατάστατα πνευματικά εργαλεία του ελληνορωμαϊκού κόσμου και να τα αλέθουν σε χριστιανικούς μύλους ευνόησε πολύ επιζήμιες πνευματικές ανάγκες όπως τη συστηματική παραμόρφωση της σκέψεις των συγγραφέων, τον διαρκή αναχρονισμό, της σκέψη που στηρίζεται σε παραθέματα που αποσπώνται από τα συμφραζόμενά τους. Ο χριστιανισμός αναγκάσθηκε να αποσπάσει τη μνήμη από τον αιχμάλωτο σκλάβο του και να τον κάνει να ξεχάσει τις παραδόσεις του για λογαριασμό του χριστιανισμού. Η Ρώμη δεν βρισκόταν πλέον στη Ρώμη. Η translation (=μεταβίβαση) εγκαινίαζε τη μεγάλη Μεσαιωνική σύγχυση. Αλλά η σύγχυση ήταν η προϋπόθεση μιας νέας τάξης πραγμάτων.
Ό,τι γνώρισε ο Μεσαίωνας από την αρχαία κουλτούρα, τα παρέλαβε από την ύστερη αρχαιότητα, φτώχυνε και ανέλυσε λεπτομερώς την ελληνορωμαϊκή λογοτεχνία, σκέψη και τέχνη με τέτοιο τρόπο ώστε ο πρώιμος Μεσαίωνας να μπορεί να τις αφομοιώσει καλύτερα.
Οι κληρικοί του πρώιμου Μεσαίωνα δανείστηκαν το επιστημονικό και παιδαγωγικό τους πρόγραμμα από τον Μαρτίνο Καπέλλα, έναν Καρχηδόνιο ρήτορα και αναζήτησαν τις γεωγραφικές γνώσεις στον Ιούλιο Σολίνο, ένα μέτριο ερανιστή του 3ου αιώνα. Λεξιλόγια, μνημοτεχνικοί στίχοι, ετυμολογίες (εσφαλμένες) και ανθολογίες είναι κάποια υποτυπώδη νοητικά και πνευματικά εργαλεία τα οποία παραδίδονται στο Μεσαίωνα από την ύστερη Αυτοκρατορία.
Και για το χριστιανικό μέρος της παιδείας ισχύει τι ίδιο. Η doctrina Christiana είναι η Αγία Γραφή και η sacra pagina αποτελεί τη βάση ολόκληρης της μεσαιωνικής κουλτούρας. Η Βίβλος υποχωρεί κάτω από το βάρος της ερμηνείας. Επίσης είναι πολύ μεγάλη. Πρέπει να τεθεί στη διάθεση όλων με αποσπάσματα, παραθέματα ή επεξηγήσεις. Μεταμορφώνεται λοιπόν σε μια συλλογή αποφθεγμάτων και ανεκδότων. Οι Πατέρες γίνονται η πρώτη ύλη από την οποία αντλούν την ουσία όσο μπορούν.
Μεγαλύτερη σημασία έχει να διακρίνουμε ποια ήταν η αναγκαία προσαρμογή στις συνθήκες εκείνης της εποχής και όχι η πνευματική οπισθοδρόμηση. Οι εκβαρβαρισμένοι συγγραφείς απευθύνονται σε νέο κοινό. Οι πιο καλλιεργημένοι και οι πιο επιφανείς εκπρόσωποι της νέας χριστιανικής ελίτ απαρνούνται ό,τι κατέχουν ή ό,τι θα μπορούσαν να επιτύχουν στον τομέα της πνευματικής εκλέπτυνσης για να κατέβουν στο επίπεδο του ποιμνίου τους. Ο αποχαιρετισμός στα αρχαία γράμματα, που γίνεται μερικές φορές απόλυτα συνειδητά, είναι μια συγκινητική όψη της απάρνησης των μεγάλων χριστιανών ηγετών του πρώιμου Μεσαίωνα.
Έχουμε ακόμη την παρουσία μιας πνευματικής αλλαγής η οποία, εκτός από τον εκβαρβαρισμό, έφθασε ή επιδίωξε να φθάσει σε αξίες εξίσου σημαντικές με εκείνες του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Το μέγεθος των ηγετών της χριστιανικής κοινωνίας του πρώιμου Μεσαίωνα είναι μεγάλο και αυτό το αντιλαμβανόμαστε όταν διαβάζουμε νομικά τους κείμενα, συνοδικούς κανόνες και άρθρα.
Συχνά ξεχνάμε πως ο καιρός εκείνος ήταν η εποχή των μεγάλων αιρέσεων, ή μάλλον των μεγάλων δογματικών αμφισβητήσεων, διότι η ορθοδοξία, που μόνο μια αναδρομική ψευδαίσθηση μας την παρουσιάζει σταθερή, απέχει πολύ από το να έχει καθορισθεί. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι η επιτυχία της ορθοδοξίας ήταν η επιτυχία μιας μέσης οδού ανάμεσα στην απλούστευση, αρειανικού ή μανιχαϊκού τύπου, και την πελαγική ή πρισκιλλιανική επιτήδευση. Όλα φαίνονται να συνοψίζονται στη στάση απέναντι στην ελεύθερη βούληση και τη χάρη. Ο μοναστηριακός θεσμός, που τόσο καλά εκφράζει αυτή την εποχή, συνδυάζει τη φυγή από τον κόσμο με την οργάνωση της πνευματικής και της οικονομικής ζωής. Η κοινωνία του πρώιμου Μεσαίωνα χάρισε στον εαυτό της τις κατάλληλες δομές για να δεχθεί, όταν θα έφθανε η στιγμή, την ανάπτυξη της δυτικής ανθρωπότητας.
Ο πολιτισμός δεν αλλάζει βίαια με τις Μεγάλες Εισβολές. Τα κύρια μέρη του παρά τις καταστροφές σπάνια παύουν να υπάρχουν από τη μια μέρα στην άλλη. Για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα κατάφερε να επιβιώσει με κάποια επιτυχία και η πόλη. Οι βαρβαρικές αυλές έλκουν τα εργαστήρια πολυτελείας: λίθινες κατασκευές, υφάσματα και χρυσοχοΐα κυρίως, αν και οι περισσότεροι βασιλικοί κα επισκοπικοί θησαυροί πλουτίζουν κατά κύριο λόγο από εισαγόμενα προϊόντα, κυρίως βυζαντινά. Τα οικοδομήματα κατασκευάζονται τις περισσότερες φορές από ξύλο. Όσα είναι από πέτρες έχουν μικρές διαστάσεις. Η τέχνη να λαξεύουν την πέτρα, η γλυπτική σε έξεργο ανάγλυφο και η αναπαράσταση ανθρώπινων μορφών εξαφανίζονται σχεδόν ολοκληρωτικά. Ωστόσο, τα μωσαϊκά, τα ελεφαντοστά, τα υφάσματα, και τα κοσμήματα, κυρίως, ακτινοβολούν και ικανοποιούν τη βαρβαρική προτίμηση για ό,τι λάμπει.
Αλλά το μεγάλο πολιτισμικό κέντρο του πρώιμου Μεσαίωνα είναι το μοναστήρι, το όλο και πιο απομονωμένο μοναστήρι, το αγροτικό μοναστήρι. Με τα εργαστήριά του είναι σχολή βιοτεχνικών και καλλιτεχνικών πρακτικών, με το scriptorium-βιβλιοθήκη που διαφυλάσσει την πνευματική παιδεία και χάρη στα γαιοκτήματα, τα εργαλεία και το εργατικό δυναμικό από μοναχούς και κάθε είδους εξαρτημένους, αποτελεί παραγωγικό κέντρο, οικονομικό πρότυπο και εστία πνευματικής ζωής, βέβαια, που στηρίζεται, συχνά, στη λατρεία των λειψάνων ενός αγίου.
Ενώ η νέα αστική κοινωνία οργανώνεται γύρω από τον επίσκοπο και κυρίως γύρω από τις ενορίες που διαμορφώνονται με αργό ρυθμό στο εσωτερικό των επισκοπών και ενώ η θρησκευτική ζωή εδραιώνεται στις επαύλεις της γαιοκτημονικής και στρατιωτικής αριστοκρατίας, που ιδρύει τα ιδιωτικά της παρεκκλήσια από τα οποία θα γεννηθεί η φεουδαρχική EigenKirche, τα μοναστήρια εισάγουν αργά το χριστιανισμό και τις αξίες που αυτός διακινεί, στον κόσμο της υπαίθρου, ο οποίος μέχρι τότε ελάχιστα είχα επηρεασθεί από τη νέα θρησκεία: ήταν ο κόσμος των παλιών παραδόσεων και της μονιμότητας, και όμως γίνεται ο ουσιαστικός κόσμος της μεσαιωνικής κοινωνίας. Η αγιογραφία και η εικονογραφία μας αποτρέπουν από λάθη. Από τον 5ο έως τον 7ο αιώνα, καταστρέφονται τα φυσικά είδωλα στην ύπαιθρο, με την κοπή ενός ιερού δένδρου, τη βάπτιση μίας πηγής, την επιβολή του σταυρού σε ένα χωριάτικο βωμό. Παρ’ όλ’ αυτά η υπεροχή του μοναστηριού δηλώνει το επισφαλές του μοναστηριού της Μεσαιωνικής δύσης.
Από την αγιογραφία συγκρατούμε κάποια ενδεικτικά ονόματα: τον καιρό του αστικού εκχριστιανισμού, τις Λερίνους Νήσους. Όταν ξεκινά η ριζοσπαστική δράση στην ύπαιθρο, το Μόντε Κασσίνο και την περιπέτεια των Βενεδεκτίνων. Για να εικονογραφήσουμε τους δρόμους της Χριστιανοσύνης, στον πρώιμο δυτικό Μεσαίωνα, την ιρλανδική μοναστική εποποιία. Τον ρόλο των μοναστηριών (8ο και 9ο αιώνα) έχουμε ως συνέχεια του ιρλανδικού κινήματος.
Οι Λερίνοι νήσοι είναι στενά συνδεδεμένες με την εξέλιξη της Προβηγκίας, που από τον 5ο και 6ο αιώνα αποτέλεσε σημαντική εστία του χριστιανισμού. Ο Pierre Riche υπενθυμίζει ότι οι Λερίνοι νήσοι ήταν πάνω απ’ όλα σχολείο ασκητισμού και όχι πνευματικής μόρφωσης. Ακόμα βαθύτερη είναι η δράση του αγίου Βενέδικτου της Νουρσίας ο οποίος, από το 529 περίπου, ακτινοβολεί από το Μόντε Κασσίνο. Αυτό συμβαίνει επειδή η ίδια η προσωπικότητα του Βενέδικτου είναι οικεία στους ανθρώπους του Μεσαίωνα. Ο άγιος Βενέδικτος κατανέμει αρμονικά τη χειρωνακτική εργασία, τη διανοητική εργασία και την καθαρά πνευματική δραστηριότητα του μοναστικού χρόνου. Θα αποδείξει έτσι στο μοναχισμό των Βενεδεκτίνων την τριπλή οδό της οικονομικής εκμετάλλευσης, της διανοητικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας και της πνευματικής άσκησης. Με το παράδειγμά του, τα μοναστήρια θα γίνουν κέντρα παραγωγής, κέντρα για τη σύνταξη και τις μικρογραφίες των χειρογράφων, εστίες θρησκευτικής ακτινοβολίας. Συμφιλιώνει την αναγκαία εξουσία του άββα με την γλυκύτητα και την αδελφοσύνη που διευκολύνουν την υπακοή. Διατάσσει την απλότητα, χωρίς υπερβολές όμως, ούτε στον αστηκισμό, ούτε στη στέρηση.
Το πνεύμα του ιρλανδικού μοναχισμού είναι εντελώς διαφορετικό. Τον 5ο αιώνα ο άγιος Πατρίκιος βρέθηκε στην Ιρλανδία σαν σκλάβος. Εκεί εκχριστιανίσθηκε και άρχισε να κηρύσσει το Ευαγγέλιο. Τότε αρχίζουν να πληθαίνουν τα μοναστήρια τα οποία είναι και φυτώρια ιεραποστόλων. Κάπου ανάμεσα στον 5ο και τον 9ο αιώνα διαχέονται στις Αγγλία, Σκοτία, και αργότερα στην ηπειρωτική Ευρώπη φέρνοντας τις συνήθειές τους και τις προσωπικές τους τελετουργίες όπως μια ειδική κούρα, ένα πρωτότυπο πασχαλινό ημερολόγιο που η Παποσύνη δυσκολεύτηκε να το αντικαταστήσει με το ρωμαϊκό, και το ακούραστο πάθος για την ίδρυση μοναστηριών απ’ όπου εφορμούν εναντίων των ειδώλων και των ειδωλολατρικών συνηθειών για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στην ύπαιθρο.
Τον 6ο και 7ο αιώνα η Ιρλανδία εξήγαγε συνολικά διακόσιους εβδομήντα τρεις «αγίους» σε Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Βέλγιο, Σκοτία και Ιταλία. Από αυτούς τους αγίους ο πιο διάσημος είναι ο Κολουμβάνος, ο οποίος μεταξύ 590 και 615 ιδρύει το Λυξέιγ και το Μπόμπιο, ενώ ο μαθητής του Γάλλος δίνει το όνομά του σε ένα άλλο μοναστήρι που υπόσχεται μεγάλη ακτινοβολία.
Το ιρλανδικό πνεύμα δεν χαρακτηρίζεται καθόλου από τη μετριοπάθεια των Βενεδεκτίνων. Αναμφισβήτητα, ο κανόνας του Κολουμβάνου παραμένει προσκολλημένος στην προσευχή, τη χειρωνακτική εργασία και τη μελέτη. Όμως η νηστεία και οι ασκητικές πρακτικές προστίθενται ανυποχώρητα. Από τις ασκητικές πρακτικές αυτές που εντυπωσίασαν περισσότερο τους ανθρώπους εκείνη την εποχή ήταν το crosfigill, παρατεταμένη προσευχή με τα χέρια σταυρωμένα, το λουτρό σε ένα σχεδόν παγωμένο ποταμό ή έλος, απαγγέλλοντας ψαλμούς και η στέρηση τροφής. Οι ιρλανδοί μοναχοί θα συμμετάσχουν, κατά τον 6ο και 7ο αιώνα, στο μεγάλο ρεύμα του εκχριστιανισμού της Γερμανίας και των περιθωρίων της. Σε όλα τα μέτωπα του εκχριστιανισμού, από τον 5ο έως τον 11ο αιώνα, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, έξω από τα σύνορα της Χριστιανοσύνης, τα μοναστήρια διαδραμάτισαν κεφαλαιώδη ρόλο.
Από τον 5ο έως τον 8ο αιώνα, κάποιοι άνθρωποι, χάρη στις γνώσεις τους, αποτέλεσαν φάρους που φώτισαν για πολύ καιρό τη μεσαιωνική νύχτα. Είναι οι «ιδρυτές του Μεσαίωνα» όπως τους αποκάλεσε ο K. Rand. Ο ρόλος τους ήταν να διασώσουν την ουσία της αρχαίας παιδείας, να τη συγκεντρώσουν σε μια μορφή αφομοιώσιμη από τα μεσαιωνικά πνεύματα και να της δώσουν το αναγκαίο χριστιανικό ένδυμα. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν τέσσερις: ο Βοήθιος, ο Κασσιόδωρος, ο Ισίδωρος της Σεβίλλης και ο Βέδας.
Ο Μεσαίωνας χρωστάει στο Βοήθιο ό,τι γνωρίζει σχετικά με τον Αριστοτέλη, τη Logica vetus και την παλιά λογική. Του οφείλει ακόμη τον ορισμό της φύσης: natura est unam quamque specifica differentia, « η φύση είναι αυτό που προσδίδει σε κάθε πράγμα ιδιαίτερη διαφορά» και του ανθρώπου: reperta personae est deginitio: naturae rationabilis individua substantia, «η εξατομικευμένη ουσία της λογικής φύσης». Ο Μεσαίωνας του οφείλει επίσης την εξέχουσα θέση που η παιδεία αποδίδει στη μουσική και με την οποία συνδέεται με το ελληνικό πρότυπο του μουσικού ανδρός.
Στον Κασσιόδωρο, οι άνθρωποι του Μεσαίωνα οφείλουν τα σχήματα των Λατίνων ρητόρων που εισάγονται στην χριστιανική λογοτεχνία και παιδαγωγική. Όρισε επίσης στους μοναχούς της μονής Vivarum την αντιγραφή των αρχαίων χειρογράφων, ένα έργο ουσιαστικό για τη διατήρησή τους.
Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης, «ο πιο λαμπρός παιδαγωγός του Μεσαίωνα», κληροδότησε στην εποχή αυτή τις Ετυμολογίες του, το πρόγραμμα των επτά ελευθέριων τεχνών, το λεξιλόγιο της επιστήμης, την πεποίθηση ότι τα ονόματα είναι τα κλειδιά της φύσης των πραγμάτων, την επαναλαμβανόμενη διακήρυξη ότι η ειδωλολατρική παιδεία είναι αναγκαία για την καλή κατανόηση των Γραφών.
Ο Βέδας αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη έκφραση της πολλαπλότητας του νοήματος της Γραφής. Σ’ αυτόν οφείλεται η θεωρία των τεσσάρων αισθήσεων που θεμελιώνει ολόκληρη τη μεσαιωνική ερμηνεία της Βίβλου και ο προσανατολισμός, δια μέσου των αναγκών της βιβλικής ερμηνείας και του εκκλησιαστικού ημερολογίου, προς την αστρονομία και την κοσμογραφία. Τέλος, στρέφει πιο αποφασιστικά την πλάτη στην αρχαία παιδεία και εξωθεί τον Μεσαίωνα στο δρόμο της ανεξαρτησίας.
Ο Pierre Riche αποκάλυψε ότι η καρολίγγεια αναγέννηση είναι η κατάληξη μιας σειράς από μικρές αναγεννήσεις. Η Αναγέννηση δεν είναι καινοτόμος. Το σχολικό της πρόγραμμα είναι το ίδιο με εκείνο των παλαιότερων θρησκευτικών σχολείων: «Σε κάθε επισκοπή και σε κάθε μοναστήρι διδάσκουν ψαλμούς, notae (στενογραφία), τραγούδι, υπολογισμούς για να βρουν τις κινητές γιορτές, γραμματική και πώς να έχουν βιβλία διορθωμένα προσεκτικά»η παιδεία της καρολίγγειας αυλής είναι η παιδεία των βαρβάρων.
Τα όρια της καρολίγγειας αναγέννησης οφείλονται κυρίως στο γεγονός ότι ανταποκρίνεται στια ανάγκες εκζήτησης μιας μικρής κοινωνικής ομάδας (Alaksander Gieysztor). Παρόλο που η πρόθεση της καρολίγγειας νομοθεσίας ήταν να ανοίξει σχολείο σε όλες τις επισκοπές και σε όλα τα μοναστήρια, ο Λουδοβίκος ο Ευσεβής δεν προβάλει αντίσταση στον Βενέδικτο της Ανιάν, ο οποίος θέλει να κλείσει τα εξωτερικά σχολεία των μοναστηριών για να προφυλάξει τους μοναχούς από την εξωτερική διαφθορά, επιθυμεί δηλαδή να διατηρήσει το μονοπώλιο του κλήρου στην παιδεία.
Τα χειρόγραφα μετατρέπονται σε αντικείμενα πολυτελείας που αποστρέφονται κάθε χρησιμότητα ακόμη και αν αυτή είναι πνευματική. Η καρολίγγεια παιδεία προάγει την πολυτέλεια, όπως και την επιθυμία ακριβών υφασμάτων και μπαχαρικών.
Η καρολίγγεια Αναγέννηση ήταν ένα στάδιο της συγκρότησης των διανοητικών και καλλιτεχνικών εργαλείων της μεσαιωνικής Δύσης. Τα διορθωμένα και βελτιωμένα χειρόγραφα των αρχαίων συγγραφέων μπόρεσαν να χρησιμεύσουν αργότερα στη νέα διάδοση των κειμένων της Αρχαιότητας.
Ο Αλκουΐνος αντιπροσωπεύει σταθμό στην τελειοποίηση του προγράμματος των ελευθέριων τεχνών. Ο Ραβάνος Μαύρος δίνει στον Μεσαίωνα την Εγκυκλοπαίδεια, De universo και μια παιδαγωγική πραγματεία, De institutione clericorum που συγκαταλέγονται στη βασική βιβλιοθήκη των κληρικών του Μεσαίωνα. Ακόμη υπάρχει και ο μεγαλοφυής και δυσνόητος Ιωάννης Σκώτος Εργένης, που θα ανακαλυφθεί στον 13ο και ακόμη περισσότερο στον 20ο αιώνα.
Η καρολίγγεια Αναγέννηση μετέδωσε στους ανθρώπους του Μεσαίωνα σωτήρια πάθη: την αγάπη για την ποιότητα, την επιθυμία βελτίωσης του κειμένου, την αγάπη της ανθρωπιστικής παιδείας, ακόμη κι αν αυτή ήταν φθαρμένη, και την ιδέα ότι η μόρφωση είναι ένα από τα ουσιαστικότερα καθήκοντα και μια από τις κυριότερες δυνάμεις των κρατών και των ηγεμόνων. Τέλος, η καρολίγγεια Αναγέννηση παρήγαγε επίσης και αυθεντικά αριστουργήματα: τις μικρογραφίες όπου επανεμφανίζονται ο ρεαλισμός, η αγάπη για το συγκεκριμένο, η ελευθερία των γραμμών και η λάμψη του χρώματος.
Στο Μεσαίωνα για μεγάλη περίοδο, η Δύση ήταν γεμάτη από ερημικές εκτάσεις και καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχής εκείνης επικρατούσαν φανταστικοί και τρομακτικοί θρύλοι και οι άνθρωποι δεν είχαν μόνιμη κατοικία. Περιφέρονταν από τόπο σε τόπο λόγω έλλειψης του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Αυτό το δικαίωμα το είχαν μόνο οι άρχοντες. Άλλα από κάποια στιγμή και μετά (14ος αι.) όσοι περιπλανούνταν θεωρούνταν αλήτες, ενώ μόνο όσοι είχαν μόνιμη κατοικία θεωρούνταν φυσιολογικοί. Οι περιπλανώμενοι έβρισκαν στο δρόμο τους πολλά εμπόδια. Αν και πιο κοντινός ο δρόμος της θάλασσας οι κίνδυνοι του είναι περισσότεροι απ’ ότι σ’ αυτόν της γης. Οι ερημικές εκτάσεις συμβολίζουν τον αιώνα με τις ψευδαισθήσεις, η θάλασσα το κόσμο με τους πειρασμούς, και ο δρόμος την αναζήτηση.
Το σώμα του ανθρώπου συνθέτεται από τέσσερα στοιχεία: πρώτον, από το αίμα που αποτελείται από νερό, δεύτερον, την αναπνοή από αέρα, τρίτον το δέρμα από χώμα τέταρτον, τη θερμοκρασία από φωτιά. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τη φυσική πραγματικότητα του κόσμου στον οποίο ζουν.
Πραγματικότητα θεωρούνταν η Χριστιανοσύνη. Σύμφωνα με αυτήν ο χριστιανός του Μεσαίωνα τοποθετείται σε σχέση με τους Βυζαντινούς. Αυτοί θεωρούσαν ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται από το Πατέρα και ήταν χριστιανοί. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης δεν αναγνώριζε την ανωτερότητα του Πάπα.
Λόγω της κατωτερότητας τους οι Λατίνοι έτρεφαν εχθρικά αισθήματα για τους Έλληνες. Ακόμη και για τα πλούτη τους τούς κατηγορούσαν. Και οι Έλληνες όμως αντιπαθούσαν τους Λατίνους. Τους χαρακτήριζαν βάρβαρους, φλύαρους και αλαζόνες. Έγιναν προσπάθειες ένωσης των Εκκλησιών του Βυζαντίου και της Ρώμης. Δεν μπορούσαν να πειθαρχήσουν στην ιδέα του ιερού πολέμου. Οι βάρβαροι έκλεψαν ιερά λείψανα από το Βυζάντιο μιας και αυτό ήταν πηγή πλούτου. Οι Χριστιανοί έβλεπαν σαν εχθρούς τους Βυζαντινούς, ενώ οι Μουσουλμάνοι ήταν επί πολλά χρόνια εχθροί τους.
Μέχρι τον 11ο αιώνα, οι σχέσεις Μουσουλμάνων και Χριστιανών είναι ειρηνικές. Με την πάροδο του αιώνα αυτού οι σχέσεις τους γίνονται εχθρικές. Παρ’ όλ’ αυτά το εμπόριο μένει ως έχει. Οι Χριστιανοί υποφέρουν περισσότερο απ’ τους Μουσουλμάνους και αναγκάζονται να τους δίνουν άδειες. Υπάρχουν όμως και πνευματικές συναλλαγές. Τέλος έχουμε αποκατάσταση των σχέσεων στους Άγιους Τόπους.
Οι οπαδοί του Αρείου έγιναν ορθόδοξοι. Αυτό για τους Βυζαντινούς και τους Μουσουλμάνους θεωρούνταν έκπτωση, ενώ για τους ειδωλολάτρες όχι. Ο προσηλυτισμός ήταν συχνός κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα. Παράλληλα εμφανίζονται και οι Μογγόλοι, ένα νέο είδος ειδωλολατρίας. Κατά τη διάρκεια του αιώνα αυτού ιεραπόστολοι προσπάθησαν να τους εκχριστιανίσουν. Ο Χριστιανισμός του Μεσαίωνα ήταν Ευρωπαϊκός.
Έχουμε αντικατάσταση των Σταυροφοριών με τις Ιεραποστολές κατά τον 13ο αιώνα. Ο πόλεμος μεταξύ των Χριστιανών θεωρούνταν αμαρτία, θεωρούνταν όμως ιερός εναντίον των απίστων. Παρόλο που στις Συνόδους του 12ου και του 13ου αιώνα απαγορεύονταν στους Χριστιανούς να υπηρετούν τους Εβραίους, οι ειδωλολάτρες τους πουλούσαν ως δούλους στους Εβραίους. Οι Χριστιανοί ήξεραν πως ο Θεός βρισκόταν στο νοητό κόσμο. Έχουν στο μυαλό τους την εικόνα του, παρ’ όλ’ αυτά όμως δεν τους έχει παρουσιασθεί ποτέ. Ο Θεός, σύμφωνα με το Χριστιανισμό, έχει τρία πρόσωπα τα οποία αποτελούν την Αγία Τριάδα. Η τέχνη απεικόνισε πολύ αργότερα το Θεό στην εικονογραφία. Οι Χριστιανοί επιθυμούν να τον ακολουθήσουν στο δρόμο της σωτηρίας. Η Εκκλησία αποτελεί τον οίκο Του Χριστού. Κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα ο Χριστός απεικονίζεται σαν να πλησιάζει περισσότερο τον άνθρωπο. Η σταύρωσή του με το πέρασμα του καιρού αναπαριστάται πιο ρεαλιστικά.
Ο διάβολος είναι αυτός που διεκδικεί την εξουσία στους ουρανούς και έρχεται σε αντιπαράθεση με το Θεό. Εμφανίζεται στον 11ο αιώνα και είναι ο προδότης του Χριστού. Οι πιστοί και Χριστιανισμού και συνάμα αγαθοί, την ημέρα της Κρίσεως θα ακολουθήσουν το δρόμο του Θεού στον Παράδεισο σε αντίθεση με τους κακούς που θα οδηγηθούν στην Κόλαση. Στο Μεσαίωνα υπάρχει διχασμός ανάμεσα στο Θεό και το Σατανά. Μερικοί άνθρωποι, δαιμονισμένοι και μάγοι, είχαν υπερφυσικές δυνάμεις. Στην κοινωνία αυτή οι άνθρωποι έχουν ως βοηθούς θεϊκές οντότητες, τους αγγέλους.
Ο πραγματικός χρόνος σε σύγκριση με το θεϊκό που είναι συνεχής και γραμμικός, είναι μια στιγμή μέσα στην αιωνιότητα. Η τύχη είναι ένα σύμβολο ενός κόσμου όπου κυριαρχεί η ανασφάλεια.
Οι μόνοι που πίστευαν ότι θα σωθούν και θα οδηγηθούν στον Παράδεισο, εκτός από τους Δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης, θα είναι ξέχωρες προσωπικότητες της αρχαιότητας. Ο Χριστιανισμός του Μεσαίωνα είχε καταργήσει την ειδωλολατρία στην αρχαιότητα. Ο πολιτισμός του Χριστιανισμού απομονώθηκε έχοντας απορρίψει το Μουσουλμανικό, τον Ασιατικό και το Βυζαντινό πολιτισμό.
Οι κληρικοί του Μεσαίωνα συγκρατούν τα γεγονότα που δείχνουν να προοδεύει η χώρα τους σε σχέση με την ιστορία. Όμως οι λόγιοι Χριστιανοί ήθελαν να εμποδίσουν την ολοκλήρωση της ιστορίας. Οι δυο ουσιαστικότερες τάξεις της φεουδαρχικής κοινωνίας (19ος αι.) θεωρούσε τον εαυτό της τέλος της ιστορίας, υποστηρίζοντας απ’ τη μια ότι η ιστορία παρακμάζει κι απ’ την άλλη ότι η αχρονική αιωνιότητα είναι αυτή που μετράει. Την περίοδο του Μεσαίωνα δεν χρησιμοποιούνταν συγκεκριμένες εκφράσεις για τη δήλωση του χρόνου όπως εμείς σήμερα. Οι όροι «χρόνος» και «χρονολογία» δεν ήταν ταυτόσημοι. Η χρονολογία δεν ήταν ακριβής λόγω των ανακριβή οργάνων μέτρησης που χρησιμοποιούνταν. απλά είχαν τεθεί ορισμένα χρονικά όρια. Ο μεσαιωνικός χρόνος ήταν καταρχήν αγροτικός. Ο χρόνος αυτός ήταν φυσικός και διαιρούνταν στη μέρα, στη νύχτα και στις εποχές.
Ο μεσαιωνικός χρόνος ήταν θρησκευτικός και κληρικός. Λόγω των αναγκών που είχαν οι άνθρωποι, αναγκάστηκαν να μετρήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το χρόνο (14ος αι.). Κατά τη διάρκεια της δημογραφικής, οικονομικής και κοινωνικής ακμής του Μεσαίωνα αναπτύσσεται και το ρεύμα του ερημιτισμού. Ο ερημίτης για τους ανθρώπους του Μεσαίωνα αποτελούσε αρκετές φορές το καταφύγιό του. Ο ερημιτισμός αποτελεί εγγύηση σωτηρίας. Από φόβο να μην οδηγηθούν στην Κόλαση οι άνθρωποι κατά τη μεσαιωνική εποχή απέφευγαν τις υλικές απολαύσεις και τα πλούτη.
Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, η αναγγελία για το τέλος του κόσμου με πολέμους, επιδημίες και πείνα είχε καταβάλει τους ανθρώπους. Την παραμονή για το τέλος του κόσμου ο Αντίχριστος θα προσπαθήσει με διαβολές να προσεγγίσει τους ανθρώπους με το μέρος του. Παρ’ όλ’ αυτά θα ηττηθεί από το Χριστό. Σωτήρες του κόσμου θα θεωρηθούν οι πολιτικοί ηγέτες στις αρχές του 13ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα κυριαρχεί η ελπίδα αλλά και ο φόβος. Ο χρυσός αιώνας των ανθρώπων κατά το Μεσαίωνα ήταν η Αρχαιότητα όπου οι Αρχαίοι ζούσαν ειρηνικά και με αγάπη. Με την πάροδο όμως του χρόνου τους ανθρώπους κυρίευσε η οργή και ο φθόνος.
Γύρω στο έτος 1000, ένας «τριπλός λαός» συνθέτει την κοινωνία: ιερείς, πολεμιστές, και αγρότες. Οι τρεις κατηγορίες είναι ξεχωριστές και συμπληρωματικές, καθεμιά έχει ανάγκη τις δύο άλλες. Γύρω στα 1020, παρουσιάζεται η άποψη ότι ο οίκος του Θεού που τον νομίζουμε ενιαίο, είναι λοιπόν διαιρεμένος στα τρία: οι μεν προσεύχονται, οι δε πολεμούν και άλλοι τέλος εργάζονται (oratores, bellatores, laboratores). Η τριπλή αυτή συναρμογή είναι ενωμένη και έτσι μπόρεσε να θριαμβεύσει ο νόμος και να απολαύσει ο κόσμος την ειρήνη. Ακόμη αναπτύσσεται ένα exemplum, που είναι ένα είδος συμβολικού μύθου. Σε αυτό παρομοιάζονται οι κληρικοί και οι μοναχοί με τα πρόβατα, οι αγρότες με τα βόδια, και οι πολεμιστές με τα σκυλιά.
Ανάμεσα στον 8ο και τον 9ο αιώνα η αριστοκρατία συγκροτείται σε στρατιωτική τάξη ( το κατεξοχήν μέλος αυτής της τάξης ονομάζεται miles – ιππότης), οι κληρικοί μεταβάλλονται σε κάστα κληρικών, και τέλος η κατάσταση των αγροτών τείνει να ομοιογενοποιηθεί στο κατώτερο επίπεδο: το επίπεδο των δουλοπάροικων.
Ανάμεσα στον 5ο και τον 11ο αιώνα απαριθμείται ένα πλήθος κοινωνικών ή επαγγελματικών κατηγοριών στις οποίες μπορούμε να διακρίνουμε κατάλοιπα της ρωμαϊκής ταξινόμησης που διακρίνει επαγγελματικές κατηγορίες, νομικές τάξεις και κοινωνικές συνθήκες.
Αλλά πιο συχνά η κοινωνία ανάγεται στην αντιπαράθεση δύο ομάδων: των κληρικών και των λαϊκών από μια άποψη, των ισχυρών και των αδυνάτων ή των μεγάλων και των μικρών ή των πλούσιων και των φτωχών, αν λάβουμε υπόψη μόνο τη λαϊκή κοινωνία, των ελεύθερων και μη, αν σταθούμε τέλος στο νομικό επίπεδο. Σπανιότερα, η έγνοια των αποχρώσεων που αντιστοιχεί σε μια ταξινομητική νοοτροπία η οποία γίνεται αυτομάτως τριαδική αναδεικνύει ανάμεσα στους μεγάλους και τους μικρούς, τους μεσαίους, τους « μέτριους ».
Γύρω στο έτος 1000 εμφανίζεται μια εντελώς διαφορετική λειτουργική τριμερής διαίρεση που αντιστοιχεί στη θρησκευτική λειτουργία, στη στρατιωτική λειτουργία και στην οικονομική λειτουργία, και χαρακτηρίζει ένα ορισμένο στάδιο στην εξέλιξη των πρωτόγονων κοινωνιών και ενδεχομένως όχι μονάχα των ινδοευρωπαϊκών κοινωνιών. Το τριμερές σχήμα συμβολίζει την κοινωνική αρμονία. Όπως ο απόλογος του Μενένου Αγρίππα, Τα Μέλη και το Στομάχι, είναι η εικόνα ενός εργαλείου διακοπής της ταξικής πάλης και εξαπάτησης του λαού. Σύμφωνα με το Ρολάνδο, αυτό που ονομάσθηκε εκχριστιανισμός του ιπποτικού ιδεώδους είναι ασφαλώς η νίκη της ιερατικής εξουσίας επί της πολεμικής ισχύος.
Το διάταγμα των Σαξώνων του τέλους του 8ου αιώνα διακρίνει τη substantia από τη labor, την οικογενειακή ιδιοκτησία, την κληρονομιά, από τις κατακτήσεις που οφείλονται στην αξιοποίηση. Έτσι το τριμερές σχήμα αντιπροσωπεύει μάλλον το σύνολο των ανώτερων μόνο στρωμάτων: την τάξη των κληρικών, τη στρατιωτική τάξη, το ανώτερο στρώμα της οικονομικής τάξης. Δεν περιλαμβάνει παρά τη melior pars, την ελίτ. Στη Γαλλία θα γίνει κοινωνία των τριών τάξεων (etats): κλήρος, ευγενείς και τρίτη τάξη. Αλλά η τελευταία δεν συγχέεται με το σύνολο των μη ευγενών (roturiers), αποτελείται από τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης, τους προύχοντες (notables).
Μέχρι τα μέσα περίπου του 12ου αι., η μάζα των χειρωνάκτων εργατών απλώς δεν υφίσταται. Υπάρχουν δύο ordines: ο κλήρος και ο λαός. Στην πραγματικότητα ο ordo είναι θρησκευτικός, αλλά όπως ακριβώς και η τάξη, θεμελιώνεται σε κοινωνικοοικονομικές βάσεις. Η αντικατάσταση λοιπόν του ordo από την condition δηλώνει μια βαθιά αλλαγή.
Η ενοχλητική τάξη είναι αυτή των εμπόρων που σημαδεύουν τη μετάβαση από την κλειστή στην ανοιχτή οικονομία και την εμφάνιση μιας ισχυρής οικονομικής τάξης, η οποία δεν ικανοποιείται από την υποταγή της στην τάξη των κληρικών και στη στρατιωτική τάξη.
Στο δεύτερο μισό του 12ου αι. και κατά τη διάρκεια του 13ου , το τριμερές σχήμα της κοινωνίας εξασθενεί και υποχωρεί μπροστά σε ένα πιο πολύπλοκο και εύκαμπτο σχήμα που είναι αποτέλεσμα και καθρέφτισμα κοινωνικής αναταραχής. Την τριμερή κοινωνία τη διαδέχεται η κοινωνία των “etats”, που είναι κατηγορίες κοινωνικό-επαγγελματικές πρόκειται στην πραγματικότητα για μια διπλή παράλληλη ιεραρχία των κληρικών και των λαϊκών, από τους οποίους οι μεν οδηγούνται από τον πάπα και οι δε από τον αυτοκράτορα. Το νέο σχήμα είναι επίσης το σχήμα μιας ιεραρχημένης κοινωνίας που κατεβαίνει από το κεφάλι στην ουρά. Αλλά πρόκειται για μία ιεραρχία διαφορετική εκείνη των ordines της τριμερούς κοινωνίας, μια ιεραρχία περισσότερο οριζόντια παρά κάθετη, περισσότερο ανθρώπινη παρά θεϊκή, η οποία δεν αμφισβητεί τη βούληση του θεού, δεν εξαρτάται από το θεϊκό δίκαιο και μπορεί σε κάποιο βαθμό να υποστεί αλλαγές. Όταν βλέπουν να τους ξεφεύγει η κοινωνία των ordines η νέα κοινωνία εξασθενεί ή διαιρείται, εξατομικεύεται και οδηγείται στο θάνατο. Η καταστροφή του τριμερούς σχήματος συνδέεται με την αστική ανάπτυξη του 11ου- 13ου αι. και το μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας.
Είτε το θέλει είτε όχι, η εκκλησία προσαρμόζεται. Η πιο ανοιχτόμυαλοι θεολόγοι διακηρύσσουν ότι κάθε επάγγελμα, κάθε κοιν. θέση μπορεί να δικαιωθεί αν συντάσσεται αποβλέποντας στη σωτηρία. Στην αρχή, η νέα αυτή κοινωνία είναι η κοινωνία του Διαβόλου. Ανθίζει μια ολόκληρη λογοτεχνία εκκλησιαστικής ρητορικής, η οποία προτείνει κηρύγματα ad status απευθυνόμενη σε κάθε “etat”. Το επιστέγασμα της αναγνώρισης των “etats” είναι η ενθρόνιση τους στην εξομολόγηση και στη μετάνοια. Παρά τον κατακερματισμό της κοινωνίας, οι πνευματικοί ηγέτες διατηρούν την νοσταλγία της ενότητας. Η χριστιανική κοινωνία πρέπει να σχηματίσει ένα σώμα, ένα corpus. Το ολοκληρωτικό σύστημα της μεσαιωνικής Χριστιανοσύνης ταυτίζει το καλό με την ενότητα και το κακό με τη διαφορά.
Υπάρχουν δύο κεφάλια στο σώμα που σχηματίζει η Χριστιανοσύνη: ο πάπας και ο αυτοκράτορας. Οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο κεφαλές δηλώνουν την αντιπαλότητα που επικρατεί στην κορυφή μεταξύ των δύο κυρίαρχων αλλά ανταγωνιστικών ordines, της κληρικής και της λαϊκής ιεραρχίας. Από την πλευρά της Ιεροσύνης διαπιστώνεται η αδυναμία να γίνει αποδεκτή η ρωμαϊκή ανωτερότητα από τον πατριάρχη της Κων/πολης και την ανατολική Χριστιανοσύνη-κάτι που ολοκληρώνεται με το σχήμα του 1054-, η ηγεμονία του πάπα διόλου δεν αμφισβητείται από την Εκκλησία της Δύσης. Δίπλα του ή απέναντι του, ο αυτοκράτορας απέχει πολύ από το να είναι, κατά τρόπο εξίσου αδιαμφισβήτητο, κεφαλή της λαϊκής κοινωνίας. Υπάρχουν καταρχήν αυτοκρατορικές εκλείψεις οι οποίες διαρκούν περισσότερο με τα βραχεία διαστήματα κατά τα οποία χηρεύει η έδρα του ποντίφικα. Έτσι, έστω και εν μέρει, η ιδέα της αυτοκρατορίας ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με την ιδέα της έστω και αποσπασματικής ενότητας.
Στην πραγματικότητα, η συμπεριφορά των αυτοκρατόρων υπήρξε πάντοτε πολύ πιο συνετή. Αρκέσθηκαν σε μια τιμητική υπεροχή, την ηθική εξουσία που τους προσέδιδε ένα είδος πατρωνίας στα άλλα βασίλεια. Ο δικεφαλισμός της μεσαιωνικής Χριστιανοσύνης είναι λοιπόν αυτός του πάπα και του βασιλιά, της Ιεροσύνης και της Αυτοκρατορίας. Δίχως αμφιβολία η αυτοκρατορική ιδέα διατήρησε ένθερμους οπαδούς ακόμη και αφού έγινε επισφαλής.
Αλλά η πραγματική σύγκρουση υπάρχει ανάμεσα στον sacerdos και τον rex. Συνενώνοντας στο πρόσωπο του δύο εξουσίες: ο πάπας γίνεται αυτοκράτορας και ο βασιλιάς ιερέας. Ο καθένας προσπάθησε να πραγματοποιήσει από μόνος του την ενότητα του rex-sacerdos. Στο Βυζάντιο, ο βασιλιάς είχε κατορθώσει να θεωρείται ιερή προσωπικότητα και να είναι συντοχρόνως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης. Αυτό ονομάστηκε καισαροπαπισμός. Μολαταύτα, βασιλείς και αυτοκράτορες θα συνεχίσουν καθ’όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα την προσπάθεια τους να τους αναγνωριστεί ένας χαρακτήρας θρησκευτικός, ιερός, αν όχι ιερατικός.
Το πρώτο μέσο της πολιτικής τους προς αυτή την κατεύθυνση είναι το χρίσμα και η στέψη, θρησκευτικές τελετές που τους καθιστούν κεχρισμένους του Κυρίου. Το χρίσμα είναι μυστήριο, καθώς και χειροτονία. Η τέλεση αυτής της στέψης-χειροτονίας ορίζεται στα ordines. Τα θρησκευτικά σύμβολα έδιναν νόημα στα αυτοκρατορικά εμβλήματα. Το αυτοκρατορικό στέμμα είναι η εικόνα της ουράνιας Ιερουσαλήμ με τα τείχη καλυμμένα από χρυσό και κοσμήματα. «Σημείο δόξας», το μοναδικό λευκό οπάλλιο, το δαχτυλίδι και η μακρά ράβδος –virga-, το Άγια Δόρυ ή Δόρυ του αγίου Μαυρίκιου.
Έτσι λοιπόν, οι βάρβαροι βασιλείς αφού έγιναν χριστιανοί, προσπάθησαν να ξαναποκτήσουν τη δύναμη των βασιλέων-μάγων που είχαν οι ειδωλολάτρες φράγκοι ηγεμόνες, μακρυμάλληδες βασιλείς ενός λαού με κοντά μαλλιά, βασιλείς με μαγική κόμη, ένδειξη θαυματοποιού ισχύος.
Από την πλευρά του ποντίφικα, αναπτύχθηκε, από τον 8ος κυρίως αιώνα και με την ψευδή Δωρεά του Κωνσταντίνου, μια παράλληλη προσπάθεια να απορροφηθεί ο αυτοκρατορικός ρόλος.
Ακόμη ένα βασιλικό έμβλημα, ανατολικής προέλευσης, είναι το phrygium, ένας λευκός σκούφος. Το phrygium εξελίχθηκε γρήγορα προς τη μορφή του στέμματος. Στα μέσα του 11ου αι. έγινε η τιάρα. Προέκυψε το triregnum. Ο πάπας έφερε τη μίτρα in signum pontigicii, ως έμβλημα του ποντίφικα,της ανώτατης Ιεροσύνης,και το regnum, in regnum Imperii, ως έμβλημα της Αυτοκρατορίας. Στον rex-sacerdos αντιστοιχεί ένας pontifex-rex. Ο πάπας δεν φέρει την τιάρα όταν ασκεί τα ιερατικά του καθήκοντα αλλά στις τελετές που εμφανίζεται ως ηγεμόνας. Η «ενθρόνιση» στο Λατερανό συνοδεύεται από την “immantation”, κατά την οποία λαμβάνει τον κόκκινο αυτοκρατορικό επενδυτή, την cappa rubea.
Έτσι λοιπόν η Παποσύνη όχι μόνον αποσπάστηκε, και άρχισε να αποσπά μαζί της και την Εκκλησία, από κάποια υποταγή στη λαϊκή φεουδαρχική τάξη, αλλά και αναγνωρίσθηκε ως η κεφαλή τόσο της θρησκευτικής όσο και της λαϊκής ιεραρχίας. Οι δύο σπάθες και οι δύο φωστήρες είναι κάποια σύμβολα γύρω από τα οποία αποκρυσταλλώθηκε η σύγκρουση. Στην πραγματική η Εκκλησία εκμεταλλεύτηκε τη διφορούμενη υπόσταση της βασιλείας, που ήταν κεφαλή της φεουδαρχικής ιεραρχίας αλλά και της ιεραρχίας σύμφωνα με μιαν άλλη τάξη, της ιεραρχίας του Κράτους και της δημόσιας αρχής, που υπερβαίνει τη φεουδαρχική τάξη. Ο ρόλος που η Εκκλησία ορίζει στη βασιλεία είναι ο ρόλος της κοσμικής χειρός που εκτελεί τις διαταγές της ιερατικής τάξης, και λερώνεται αντί για αυτήν, χρησιμοποιώντας τη φυσική της δύναμη, τη βία και χύνοντας αίμα από το οποίο η ίδια νίπτει τας χείρας της.
Μια ολόκληρη λογοτεχνία κληρικής προέλευσης ορίζει τον ρόλο του βασιλιά. Πρόκειται για τα πολυάριθμα Κάτοπτρα των ηγεμόνων (Miroirs des princes), που άνθισαν κυρίως τον 9ο αι. και κατά τον 13ο αι. Η Σύνοδος του Παρισιού το 829 καθορίζει τα καθήκοντα των βασιλέων, με όρους που θα επαναλάβει και θα αναπτύξει δύο χρόνια αργότερα ο Ίωνας επίσκοπος της Ορλεάνης στο έργο του De institutione regia, το οποίο θα αποτελέσει πρότυπο για τα Κάτοπτρα των ηγεμόνων σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα.
Η Εκκλησία ιεροποιεί τη βασιλική εξουσία. Η εικονογραφία τείνει να συγχέει τη μεγαλειότητα του Θεού με τον βασιλιά πάνω στο θρόνο του. Ο Ούγος του Φλερύ συγκρίνει τον βασιλιά με τον Πατέρα Θεό και τον επίσκοπο απλώς με τον Χριστό. Αλλά αν ο βασιλιάς παύσει να είναι υποταγμένος, η Εκκλησία του υπενθυμίζει αμέσως ότι είναι αναξιοπρεπής και του αρνείται τον ιερατικό χαρακτήρα που προσπαθεί να αποκτήσει. Ο Ονόριος από το Αυγουστόδουνο δηλώνει ότι ο βασιλιάς είναι λαϊκός. Ο Γρηγόριος Ζ’ και οι διάδοχοι του δεν έχουν την έγνοια της ηθικής. Θέλουν να διαχωρίσουν την τάξη των ιερέων από εκείνη των πολεμιστών, που τους συγχέουν με άλλους απομονωμένους και υποβιβασμένους λαϊκούς, προφυλάσσοντας έτσι την ιερατική τάξη από το μίασμα του αίματος και του σπέρματος που είναι ακάθαρτα υγρά, φορτισμένα από ταμπού. Η ιερατική τάξη μανιάζει εναντίον της στρατιωτικής τάξης. Ο Ιωάννης του Σώλσμπερυ εκμεταλλεύεται την κατάσταση για να οδηγήσει στο απόγειό του το δόγμα του περιορισμού της βασιλικής εξουσίας.
Ο κακός βασιλιάς –αυτός που δεν υπακούει στην Εκκλησία- γίνεται τύραννος. Εκπίπτει από τη σεβαστή του θέση. Υπήρξαν αφορισμοί, απαγορεύσεις τέλεσης των μυστηρίων (interdits) και καθαιρέσεις. Ο Ιωάννης του Σώλσμπερυ εγκωμίασε την τυραννοκτονία. Η “υπόθεση Μπέκκετ” έδειξε λοιπόν ότι η μονομαχία ανάμεσα στις δύο τάξεις έληγε λογικά με ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Θεωρητικά όμως τα όπλα της Εκκλησίας ήταν πιο πνευματικά. Στις αυτοκρατορικές και βασιλικές αξιώσεις οι πάπες αποκρίνονται με την εικόνα των δύο σπαθιών που συμβολίζουν, από τους Πατέρες ήδη, την πνευματική και την κοσμική εξουσία. Ο ιερέας χρησιμοποιεί την πνευματική σπάθη και ο ιππότης την κοσμική, αλλά μονάχα για χάρη της Εκκλησίας, κατά διαταγή (nutu) του ιερέα, ενώ ο αυτοκράτορας από τη μεριά του, απλώς διαβιβάζει τη διαταγή. Στα τέλη του 12ου και κατά τον 13ο αι., ο πάπας έγινε βικάριος του Χριστού, ο τελευταίος είναι ο μόνος κάτοχος των δύο σπαθιών, οπότε και ο πάπας μόνο –ο υπασπιστής του- μπορεί να τα κατέχει επί της γης.
Το ίδιο ισχύει και για τους δυο φωστήρες. Ο ρωμαίος αυτοκράτορας ταυτιζόταν με τον Ήλιο και ορισμένοι μεσαιωνικοί αυτοκράτορες προσπαθούν να επαναλάβουν αυτήν την εξομοίωση. Για την Εκκλησία ο μείζων φωστήρας, ο Ήλιος, είναι ο Πάπας και ο ελάσσων φωστήρας, η Σελήνη, είναι ο αυτοκράτορας ή ο βασιλιάς. Η Σελήνη δεν έχει δική της λάμψη, έχει δανεική λάμψη που της παρέχεται από τον Ήλιο. Ο κατώτερος φωστήρας, ο αυτοκράτορας είναι επιπλέον ηγέτης του κόσμου της νύχτας απέναντι στον κόσμο της ημέρας που διακυβερνάται και συμβολίζεται από τον Πάπα. Η λαϊκή ιεραρχία δεν είναι για την Εκκλησία παρά μια κοινωνία υπόπτων δυνάμεων, η σκοτεινή πλευρά του κοινωνικού corpus. Ο πάπας απέτυχε να αποκτήσει την κοσμική εξουσία. Τα δύο σπαθιά παρέμειναν σε χωριστά χέρια. Αλλά σχεδόν παντού στη Χριστιανοσύνη η κοσμική σπάθη βρισκόταν ήδη σταθερά στα χέρια των πριγκίπων. Δεν απέμεινε λοιπόν στις κυρίαρχες τάξεις παρά να ξεχάσουν τον ανταγωνισμό τους για να σκεφτούν την αλληλεγγύη τους και να ασκήσουν από κοινού την επιρροή τους στην κοινωνία.
Ακόμη υπάρχει κοινωνική τομή, πολιτική ρήξη στην οποία εκδηλώνεται ο δικεφαλισμός του πάπα και του αυτοκράτορα και επιβεβαιώνονται ακόμη περισσότερο οι εθνικοί διαχωρισμοί ή μάλλον οι γλωσσολογικές διαφωνίες. Βέβαια δεν υπάρχει ταυτότητα εθνών και γλωσσών. Η ποικιλία των γλωσσών είναι διαχωριστικός μάλλον παρά ενωτικός παράγοντας. Οι κληρικοί ζευγαρώνουν αυτό το κακό με τη μητέρα όλων των κακιών: τη Βαβυλώνα. Ο Μεσαίωνας για να αναπαραστήσει τη δυστυχία της γλωσσικής ποικιλίας βρήκε το σύμβολο του πύργου της Βαβέλ και έφτιαξε μια τρομαχτική, καταστροφική εικόνα. Η εικόνα του πύργου της Βαβέλ, που προκαλεί αγωνία, ορθώνεται και πολλαπλασιάζεται και αυτή στη δυτική φαντασία από το έτος 1000 περίπου. Οι κληρικοί του Μεσαίωνα προσπάθησαν να εξορκίσουν τη μεσαιωνική σκιά της Βαβέλ. Το εργαλείο τους ήταν η λατινική γλώσσα. Τα λατινικά θα αποκαθιστούσαν την ενότητα του μεσαιωνικού πολιτισμού, και πέρα από αυτόν την ενότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Επρόκειτο για μια άοσμη και άγευστη λατινική γλώσσα, της κάστας των κληρικών, εργαλείο κυριαρχίας πάνω στις μάζες μάλλον, παρά εργαλείο διεθνούς επι-κοινωνίας. Τα λατινικά της μεσαιωνικής Εκκλησίας έτειναν να γίνουν η ακατάληπτη γλώσσα των fratres Arvales στην αρχαία Ρώμη. Ακόμη και στους κύκλους των πανεπιστημιακών η λατινική γλώσσα διατηρούνταν με δυσκολία.
Η ζωντανή πραγματικότητα της μεσαιωνικής Δύσης είναι ο προοδευτικός θρίαμβος των κοινών γλωσσών, ο πολλαπλασιασμός των διερμηνέων, των μεταφράσεων και των λεξικών. Δίχως άλλο, δεν λείπουν τα νοσταλγικά πνεύματα που ονειρεύονται την επιστροφή στη γλωσσολογική ενότητα που είναι το εχέγγυο της αγνότητας και του ξανακερδισμένου χρυσού αιώνα. Η χριστιανική μονολιθικότητα των μονόγλωσσων συναντά τον γλωσσολογικό ρατσισμό των Ελλήνων. Όποιος δεν μιλά λατινικά είναι βάρβαρος, δεν μιλά στ’ αλήθεια, δεν έχει γλώσσα, φωνάζει όπως τα ζώα. Η υποχώρηση της λατινικής μπροστά στις κοινές γλώσσες δεν γίνεται χωρίς την παράλληλη έξαρση του γλωσσικού εθνικισμού.
Όταν μέσα στη διασπασμένη ενότητα της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τα βαρβαρικά έθνη εγκαταστάθηκαν με τις διαφορές τους και η “εθνότητα” προσέγγισε ή αντικατέστησε την “εδαφικότητα” των νόμων, οι κληρικοί δημιουργούσαν ένα λογοτεχνικό είδος που συνδύαζε κάθε έθνος με μια αρετή και με μια κακία εθνικές. Η διαιρεμένη κοινωνία έμοιαζε καταδικασμένη στο όνειδος και στη δυστυχία. Άλλοι νομιμοποιούσαν τη γλωσσική και εθνική διαφοροποίηση. Έβρισκαν καταφύγιο πίσω από ένα θαυμάσιο κείμενο του αγίου Αυγουστίνου. «Έτσι και όλες οι γλώσσες συντρέχουν σε μια μόνο πίστη». Ο Στέφανος Α’ της Ουγγαρίας, γύρω στο 1030, διακηρύσσει: ένα βασίλειο που έχει μια μόνο γλώσσα και ένα μόνο έθιμο είναι ανίσχυρο και ευάλωτο. Ο άγιος Θωμάς, τον 13ο αι., δηλώνει ότι όλες οι γλώσσες είναι ικανές να οδηγήσουν στην αλήθεια. Νιώθουμε εδώ την αποτυχημένη ολοκληρωτική κοινωνία έτοιμη να εκβάλει στον πλουραλισμό και στην ανοχή.
Η διάσπαση της ενότητας την οποία επικυρώνει το μεσαιωνικό δίκαιο συναντά αντιστάσεις. Για μεγάλο χρονικό διάστημα επιβάλλεται ο κανόνας της ομοφωνίας. Η ακύρωση της ομοφωνίας θεωρείται σκάνδαλο. Την αντικαθιστούν με τον όρο και με την πρακτική της ποιοτικής πλειοψηφίας: η maior et sanior pars, “το κυριότερο και καλύτερο μέρος”. Οι θεολόγοι και όσοι εκδίδουν διατάγματα τον 13ο αι., θα διαπιστώσουν με λύπη ότι “η ανθρώπινη φύση τείνει προς τη διχόνοια”. Η μεσαιωνική ιδιοφυία αδιάκοπα προκαλούσε τη δημιουργία κοινοτήτων, ομάδων, τις οποίες αποκαλούσαν τότε universitates. Η ουσία είναι να μην μείνει ένα άτομο μόνο του. Ο απομονωμένος δεν μπορεί παρά να διαπράξει κακίες. Η μεγάλη αμαρτία είναι η εξατομίκευση. Το καθένα από τα άτομα ανήκει συγχρόνως σε πολλές ομάδες ή κοινότητες και στις ομάδες αυτές τα άτομα αντί να επιβεβαιώνονται διαλύονται. Σωτηρία υπάρχει μόνο μέσα στην ομάδα και δια μέσου της ομάδας. Η φιλαυτία είναι αμάρτημα και όλεθρος.
Το μεσαιωνικό άτομο λοιπόν είναι παγιδευμένο μέσα σε ένα δίκτυο υπακοής, υποταγής και αλληλεγγύης που καταλήγουν να επικαλύπτονται και να αντιφάσκουν σε σημείο που να του επιτρέπουν να απελευθερώνεται και να επιβεβαιώνεται με την αναπόφευκτη επιλογή. Είναι δηλωτικό ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα το μεσαιωνικό άτομο δεν υπάρχει ως φυσική μονάδα. Καθένας ανάγεται στον φυσικό τύπο που αντιστοιχεί στη θέση του, στην κοινωνική του κατηγορία. Ο μεσαιωνικός άνθρωπος δεν έχει καμιά αίσθηση της ελευθερίας σύμφωνη με τη μοντέρνα αντίληψη. Ελευθερία σημαίνει “τη σωστή θέση απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους”, ένταξη στην κοινωνία. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς κοινότητα. Δεν υφίσταται ελευθερία έξω από τους δεσμούς εξάρτησης, όπου ο ανώτερος εγγυάται στον υποτελή τον σεβασμό των δικαιωμάτων του.
Στη μεσαιωνική Δύση, το άτομο ανήκε καταρχήν στην οικογένεια. Ευρεία, πατριαρχική ή φυλετική οικογένεια. Υπό τη διεύθυνση του αρχηγού της, η οικογένεια πνίγει το άτομο, επιβάλλοντάς του συλλογική ιδιοκτησία, ευθύνη και δράση. Το βάρος της οικογενειακής ομάδας είναι γνωστό στο επίπεδο της τάξης των αρχόντων, όπου το γένος (lignage) είναι η κοινότητα αίματος που συντίθεται από τους συγγενείς και τους κατά σάρκα φίλους (amis charnels) δηλ. και τους εξ αγχιστείας. Είναι ένα χαλαρό στάδιο οργάνωσης της οικογενειακής ομάδας. Τα μέλη του lignage συνδέονται με σχέσεις αλληλεγγύης που εκδηλώνονται κυρίως στο πεδίο της μάχης και στο πεδίο της τιμής. Η αλληλεγγύη του lignage εκδηλώνεται κυρίως στην ιδιωτική εκδίκηση, τη faide. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η βεντέτα ασκείται, αναγνωρίζεται και εξυμνείται. Η υποστήριξη που δικαιούται κανείς να αναμένει από ένα συγγενή οδηγεί στη συχνή δήλωση ότι μεγάλος πλούτος σημαίνει μεγάλο αριθμό συγγενών.
Στην οικογένεια η γυναίκα ήταν κατώτερη. Η κοινωνία στην οποία ζούσε ήταν ανδροκρατούμενη. Εξάλλου, στο προπατορικό αμάρτημα η γυναίκα ήταν η κυρίως υπεύθυνη. Στον Χριστιανισμό προάγεται η γυναίκα. Αυτό βοήθησε στη βελτίωση της κοινωνικής της θέσης. Στη μεσαιωνική κοινωνία ο ρόλος της γυναίκας στον οικονομικό τομέα ήταν σημαντικός. Πρόσφερε αρκετά με την εργασία της στον αγροτικό χώρο. Οι γυναίκες που ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική τάξη ήταν επικεφαλής στον γυναικωνίτη και ύφαιναν πολυτελή υφάσματα που χρειάζονταν ο άρχοντας ή οι σύντροφοί του. Σε όλες τις εποχές του Μεσαίωνα η γέννηση κοριτσιών δεν τιμωρούνταν με παιδοκτονία. Στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας οι γυναίκες απολάμβαναν πάντοτε κάποιο γόητρο. Οι μεγάλες κυρίες ακτινοβόλησαν με ζωηρή λάμψη την οποία η λογοτεχνία καθρέφτισε. Είναι επίγειες αντικαταστάτριες των θρησκευτικών γυναικείων μορφών που ανθίζουν στη ρωμανική και στη γοτθική τέχνη. Στην αυλική λογοτεχνία οι γυναίκες είναι εμπνεύστριες και ποιήτριες –ηρωίδες της σάρκας ή του ονείρου, διαδραματίζουν ανώτερο ρόλο: εφευρίσκουν τον μοντέρνο έρωτα.
Δεν ισχύει το ίδιο για το παιδί. Στον Μεσαίωνα δεν υπάρχουν μικρά παιδιά αλλά μονάχα μικροί ενήλικες. Εξάλλου, για να διαμορφωθεί το παιδί δεν έχει κοντά του αυτόν που είναι ο συνήθης παιδαγωγός στις παραδοσιακές κοινωνίες: τον παππού. Μόλις βγαίνει από τον κύκλο των γυναικών, όπου η παιδική τους ύπαρξη δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, ρίχνονται στους κόπους της αγροτικής εργασίας ή της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Το παιδί θα εμφανιστεί με την οικιακή οικογένεια που σχετίζεται περιορισμένη συγκατοίκηση της στενής ομάδας των άμεσων προγόνων και απογόνων, οικιακή οικογένεια που εμφανίζεται και πολλαπλασιάζεται στο αστικό περιβάλλον και με τη διαμόρφωση της αστικής τάξης. Η γυναίκα είναι υποδουλωμένη στο σπίτι ενώ το παιδί απελευθερώνεται και ξαφνικά γεμίζει το σπίτι, το σχολείο, τον δρόμο.
Υπάρχει και η χωροδεσποτική κοινότητα, ανάμεσα στον ευγενή υποτελή και τον αγρότη. Και ο ένας και ο άλλος είναι «άνθρωποι» του άρχοντα. Για τον πρώτο με την ευγενική, για τον δεύτερο με την ταπεινωτική έννοια του όρου που συχνά συνοδεύει τη λέξη, διευκρινίζοντας άλλωστε την απόσταση που χωρίζει τις θέσεις τους. Η δικαιϊκή λειτουργία είναι αυτή που βαραίνει περισσότερο πάνω σε όλους όσους εξαρτώνται από τον άρχοντα. Ο υποτελής υποτάσσεται στις αποφάσεις του δικαστηρίου για τα αδικήματα, αν ο άρχοντας κατέχει μόνο την «κατώτερη δικαιοσύνη», και για τα εγκλήματα, αν ανήκει στον άρχοντα και η «υψηλή δικαιοσύνη». Η πρόοδος της βασιλικής δικαιοσύνης ήταν αργή. Το άτομο είναι αυτός που χάρη σε κάποιο αδίκημα μπόρεσε να ξεφύγει από την ομάδα. Το άτομο είναι ο ύποπτος. Από την άλλη, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των φτωχών η Εκκλησία επιβάλλει στα μέλη της ενορίας τη δεκάτη. Αλλά η δεκάτη προορίζεται πιο συχνά να πλουτίσει τον κλήρο. Γι’ αυτό η δεκάτη είναι μια από τις πιο μισητές οφειλές του μεσαιωνικού λαού.
Αλλά ανάμεσα στον 10ο και τον 13ο αι. στις πόλεις έχει σημαντικό ρόλο ο οικονομικός, εμπορικός και ο βιοτεχνικός παράγοντας. Ουσιαστικά, η ευημερία των πόλεων οφείλονταν στον αγροτικό τους περίγυρο δηλ. στη γη της υπαίθρου. Η έλξη των πόλεων ευνοούσε τον πληθυσμό της υπαίθρου ο οποίος μέσα στις πόλεις ένιωθε ότι είναι ελεύθερος. Άλλωστε η δουλειά ήταν άγνωστη στις πόλεις. Η πόλη εκμεταλλευόταν την ύπαιθρο. Αγόραζε από τον ύπαιθρο τα προϊόντα σε καλή τιμή και επέβαλλε τα εμπορεύματα της. Οι χώρες ή οι πόλεις που είχαν ανεπτυγμένο τον οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό τομέα απέκτησαν τελευταίες την ενότητα τους τον 19ο αι.
Οι αντιθέσεις κυρίως των αστών με τους ευγενείς ήταν έντονες. Η εκκλησία δικαιολογούσε την οργή των αστών και του λαού. Όταν όμως εξεγείρονταν εναντίον της φεουδαρχικής τάξης την οποία υποστήριζε η ιεραρχία ομολογούσε την αδυναμία κατανόησης του λαού. Οι κοινωνικές εντάσεις εμφανίστηκαν κυρίως στην ύπαιθρο. Οι συγκρούσεις ήταν κυρίως ανάμεσα στους άρχοντες και τους αγρότες. Η πλειοψηφία των αγροτών ζούσε πεινώντας. Οι αγρότες θύμωναν με τον τρόπο ζωής τους και στην συνέχεια συγκρούστηκαν με τους άρχοντες. Βέβαια οι συγκρούσεις κατέληγαν σε ήττα των αγροτών και σε βασανιστήρια. Οι αγρότες μισούσαν και την τεχνική πρόοδο. Αυτό το μίσος οφείλονταν στο γεγονός ότι ο άρχοντας θέλοντας να αγοράσει μηχανήματα αύξανε τη φορολογία των αγροτών.
Από τα τέλη του 13ου αιώνα προκαλούνται βίαιες εξεγέρσεις των λαϊκών στρωμάτων εναντίον των πλούσιων. Οι εργαζόμενες γυναίκες γίνονταν επίκεντρο εκμετάλλευσης και αμφισβήτησης κυρίως λόγου του ανταγωνισμού τους με τους άντρες. Οι γυναίκες με την σειρά τους περιφρονούσαν τους άντρες. Οι κληρικοί περιφρονούσαν τους αγρότες. Συγκρούσεις υπήρχαν και ανάμεσα στους φεουδάρχες. Ο φθόνος ήταν το μεγάλο αμάρτημα των αγροτών και των φτωχών. Γι’αυτό οι μεγάλοι ηγέτες των επαναστάσεων του 14ου αιώνα χαρακτηρίζονταν ως «άπληστοι».
Η εκκλησία προσπάθησε να κρατήσει σε ισορροπία και κοινωνική αρμονία τους φτωχούς και τους πλούσιους. Οι αγρότες ήταν εχθρικοί απέναντι στους εκκλησιαστικούς άρχοντες. Οι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι και οι βασιλιάδες αλληλοϋποστηρίζονταν και υπερασπίζονταν τα συμφέροντα των αδύναμων. Η μονομαχία προσπάθησε να αποδεσμευτεί από τον έλεγχο των αρχόντων. Ο βασιλιάς φοβόταν τις κοινωνικές τάξεις μήπως κυριαρχήσουν πάνω του.
Στη μεσαιωνική Δύση υπήρχαν κοινότητες που ευνοούνταν από την εκκλησία. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα στην Εκκλησία γίνονταν συνελεύσεις, συνομιλίες, αγορές και σε περίπτωση κινδύνου οι καμπάνες της καλούσαν σε συγκέντρωση. Αποτελούσε θα λέγαμε ένα κοινωνικό κέντρο με πολλαπλές λειτουργίες. Στην πόλη οι αστοί συγκεντρώνονταν στην αγορά και σε αίθουσες συγκεντρώσεων.
Οι μεσαιωνικές αιρέσεις υιοθετήθηκαν από ανθρώπους που ήταν δυσαρεστημένοι με τη μοίρα τους. Τα θρησκευτικά συνθήματα αυτών των αιρέσεων εξάλειφαν το κοινωνικό περιεχόμενο αυτών των κινημάτων. Οι αιρέσεις εκδιώχθηκαν και αποκλείστηκαν διότι ήταν επικίνδυνες για την Εκκλησία. Την ίδια τύχη είχαν οι Εβραίοι και οι λεπροί. Είχε αυξηθεί ο αριθμός των ύποπτων επαγγελμάτων και η καχυποψία για τις κοσμικές δραστηριότητες.
Η Χριστιανοσύνη δίωκε τους ανάπηρους, τους αρρώστους και τους ανέργους. Σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα οι χριστιανοί έκαναν διάλογο με τους Εβραίους ο οποίος διακόπτονταν ανά διαστήματα με διώξεις και σφαγές. Κατά τη διάρκεια της Α΄ και Β΄ Σταυροφορίας έγιναν πολλές σφαγές Εβραίων. Οι Εβραίοι αποκλείονταν από την εκχώρηση ή ιδιοκτησία γης, από επαγγέλματα και από το εμπόριο. Οι πάπες από τον 13ο αι. καταδίωκαν τους μάγους. Στην Ιερή εξέταση μάγοι και μάγισσες που αν αποκήρυσσαν την ιδιότητα τους ρίχνονταν στην πυρά. Αν και ο σαδισμός θεωρούνταν έγκλημα, δεν ίσχυε το ίδιο για όσους ανήκαν στα ανώτερα στρώματα.
Οι ξένοι ήταν οι κυρίως αποκλεισμένοι της μεσαιωνικής κοινωνίας. Οι πόλεις και η ύπαιθρος εξέθεταν την αγχώνη που είχαν στην έξοδο, τον κύφωνα που είχαν στην αγορά και την φυλακή. Στη νοοτροπία των ανθρώπων του μεσαίωνα κυριαρχούσε η υλική και η ηθική ανασφάλεια. Η μόνη λύση ήταν τα άτομα μιας ομάδας ή μιας κοινότητας να ζουν με αλληλεγγύη. Φοβόντουσαν για τη μέλλουσα ζωή και τον κίνδυνο της κόλασης. Υπάκουαν σε νοοτροπίες, ευαισθησίες και συμπεριφορές για να νιώσουν ένα είδος ασφάλειας.
Ως βάση τους χρησιμοποιούσαν το παρελθόν και τις αυθεντίες. Οι άνθρωποι του Μεσαίωνα τα σχόλια των συγγραφέων. Οι εφευρέσεις και οι τεχνικές πρόοδοι θεωρούνταν ανήθικες. Πίστευαν ότι η αλήθεια διαβιβάζεται από γενιά σε γενιά μέσω της επανάληψης από τους ηθικολόγους και τους ιεροκήρυκες. Το έθιμο πίστευαν ότι γεννιέται από την επανάληψη ειρηνικών πράξεων. Πίστευαν στην εντιμότητα των ευγενών. Η πίστη στους ανθρώπους του Μεσαίωνα οφείλονταν κυρίως στα θαύματα,
Οι ευλαβείς πράξεις που έκαναν ήταν συμβολικές και επιζητούσαν μ’αυτές την σωτηρία. Μελετούσαν τις λέξεις και τη γλώσσα. Μέχρι το τέλος του 12ου αι. η γραμματική ήταν η βάση της μεσαιωνικής διδασκαλίας. Στη Χριστιανοσύνη ο μεσαιωνικός συμβολισμός εφαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό. Ένας από τους σημαντικότερους μεσαιωνικούς συμβολισμούς ήταν ο συμβολισμός των αριθμών. Οι άνθρωποι του Μεσαίωνα προτιμούσαν τα ζωηρά χρώματα. Παρατηρήθηκε μια τεχνική και ηθική πρόοδος. Είχαν την πεποίθηση ότι το ωραίο είναι φωτεινί, χρωματιστό και συνήθως πλούσιο. Οι πολεμιστές του Μεσαίωνα εξυμνούν το στρατιωτικό ιδεώδες που ήταν η μάχη στο σώμα. Οι κληρικοί και οι μοναχοί προσπαθούσαν να κάνουν ασκητικά κατορθώματα. Οι άνθρωποι του Μεσαίωνα πίστευαν ότι η ηθική ζωή είναι μια μονομαχία ανάμεσα στο καλό και τι κακό, πίστευαν ότι τα όνειρα είναι προειδοποιητικά.
Το παν/μιακό και το μοναστηριακό βιβλίο ήταν εργαλεία παιδείας αλλά διέφεραν μεταξύ τους. Τα βιβλία έπαψαν να είναι αντικείμενα υψηλής φροντίδας και πήραν χρηστική αξία. Η σχολαστική μέθοδος αναδεικνύει το διανοητικά υπεύθυνο άτομο. Η λογοτεχνία του 13ου αι. παρουσίαζε ως ανώτερη κοινωνική τάξη τους ανθρώπους που ήταν άθρησκοι, άπιστοι και περιθωριοποιημένοι. Ήταν συχνή η χρήση των αυθεντιών για θέματα κυρίως που ήταν διαμφισβητούμενα. Ο εκσυγχρονισμός δεν φόβιζε τους ανθρώπους του Μεσαίωνα, αρκετές φορές μάλιστα κατέφευγαν στην παρατήρηση και το πείραμα.
Οι άνθρωποι του 12ου αι. παρόλο που ένιωθαν μεγαλύτερη ασφάλεια εξαιτίας των καινοτομιών, κλείνονταν όλο και περισσότερο στον εαυτό τους. Αυτή η εσωστρέφεια οφείλονταν στην μεταμέλεια η οποία απάλλασσε από την κόλαση. Στη συνέχεια, η ευαισθησία αυτή έγινε πιο ανιδιοτελής. Ο 13ος αι. βρισκόταν πιο οντά στους ανθρώπους και ήταν περισσότερο αλληγορικός παρά συμβολικός. Όπως είναι φυσικό εκείνη την εποχή υπήρχε και το συναίσθημα του έρωτα, εκ πρώτης άποψης εμπνέονταν από τις σχέσεις μεταξύ άρχοντα και υποτελή.
Τη ρωμαϊκή εποχή οι καλλιτέχνες ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις αισθητικές ενασχολήσεις παρά για το ιδεολογικό τομέα. Πολλά μεσαιωνικά έργα τέχνης ήταν αυτοτελή και δεν είχαν ανάγκη από μια μαγική ατμόσφαιρα. Κυρίως από τα μέσα του 12ου αι. ο καλλιτέχνης παρουσίαζε στα έργα του αναπαραστάσεις από καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Το μεσαιωνικό λεξιλόγιο ήταν εξαιρετικά πλούσιο όταν όριζε τα είδη του ψεύδους. Αυτά ήταν οι προδότες, οι άπιστοι και οι απατεώνες. Όποιος δεν είχε δύναμη ή πονηριά ήταν καταδικασμένος να πάει στην κόλαση.
Η Εκκλησία παρότρυνε τους ανθρώπους του Μεσαίωνα να παραβλέψουν τα πλούτη και να νοιαστούν με τον εσωτερικό τους κόσμο και το πνεύμα τους. Ορισμένοι μοναχοί είχαν την εντύπωση ότι το σώμα πρέπει να ταπεινωθεί. Το πολεμικό ιδεώδες όμως το εξυμνούσε το σώμα. Αργότερα και η μοναστική λογοτεχνία συνεισέφερε στις φροντίδες του σώματος. Όσον αφορά την τροφή οι αγροτικές μάζες έπρεπε να αρκεστούν στα λίγα. Το ψωμί θεωρούνταν απαραίτητο για όλες τις κοινωνικές τάξεις. Πρωταρχική πολυτέλεια γι’αυτούς ήταν της διατροφής. Το σώμα εξάλλου πρόσφερε τα κυριότερα εκφραστικά μέσα. Το ένδυμα κάποιου έδειχνε την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκε. Οι πλούσιοι είχαν καλύτερης ποιότητας ύφασμα. Ιδιαίτερα στην οικία φαινόταν η κοινωνική διαφοροποίηση. Οι φτωχοί ζούσαν σε φτωχικά επιπλωμένα σπίτια ενώ οι πλούσιοι σε ασφαλής χώρους. Τον 11ο αι. ζούσαν αρκετοί σε καταφύγια. Συχνή ήταν και η παιδοκτονία. Οι γυναίκες των ανώτερων κοινωνικών τάξεων είχαν κάποιο γόητρο. Θεωρούνταν μάλιστα επίγειες αντικαταστάτριες των θρησκευτικών γυναικείων μορφών. Οι σταυροφορίες οδήγησαν στην αύξηση των δικαιωμάτων και των εξουσιών που είχαν οι γυναίκες.
Δεν ίσχυε το ίδιο γιο για το παιδί. Αυτό οφείλονταν στην υψηλή παιδική θνησιμότητα. Τα λίγα παιδιά που υπήρχαν σε πολύ μικρή ηλικία εργάζονταν σε αγροτικές δουλειές ή εκπαιδεύονταν στρατιωτικά. Το παιδί ήταν προϊόν της πόλης όπου η γυναίκα ήταν υποδουλωμένη στο σπίτι ενώ το παιδί απελευθερώνεται. Έξω από την πόλη το παιδί απορροφάται από τη χωροδεσποτεία .
Ο ευγενής και ο αγρότης εξαρτώνταν από τον άρχοντα. Οι περισσότερες κοινότητες ζητούσαν από τα μέλη τους αφοσίωση και υποχρεώσεις. Η εκκλησία επέβαλλε στα μέλη της τη δεκάτη. Ο μεσαιωνικός λαός μισούσε τις οφειλές που είχαν για την δεκάτη. Οι αγροτικές κοινότητες συχνά αντιστέκονταν στις απαιτήσεις των αρχόντων. Ωστόσο ορισμένες φορές όταν αναλάμβανε την εξουσία κάποιος πλούσιος οδηγούσε σε επιτυχία τις κοινοτικές υποθέσεις. Στις πόλεις οι συντεχνίες αύξαναν τις κοινωνικές ανισότητες. Οι φτωχοί δεν είχαν πολλές ελπίδες γιε προαγωγή. Ο όρκος που συνέδεε τα μέλη της αστικής κοινότητας ήταν εξισωτικός , πλούσιοι και φτωχοί πλήρωναν ανάλογα με τους πόρους τους.
Η μεσαιωνική πόλη δεν τρόμαζε με τον όγκο της τους ανθρώπους που ζούσαν στα χωριά διότι στις αρχές του 14ου αι. λίγες πόλεις ξεπερνούσαν σε πληθυσμό τους εκατό χιλιάδες κατοίκους. Στον Μεσαίωνα η αντίθεση πόλης-υπαίθρου ήταν έντονη, η πόλη του πρώιμου Μεσαίωνα διατηρούσε το γόητρο με τη χρήση χαλιών πολυτελών που τα μετέφεραν από κάστρο σε κάστρο. Οι γυναίκες άρχισαν να ασχολούνται με την εσωτερική διακόσμηση. Η πέτρα θεωρούνταν σύμβολο γοήτρου και πλούτου. Οι πλούσιοι κάτοικοι των πόλεων έκτιζαν τα σπίτια τους με πέτρα. Οι μοναδικές βαθιές απολαύσεις τους ήταν η γιορτή και το παιχνίδι, στην πόλη παρουσίαζαν θεατρικές παραστάσεις, σε όλες τις κοινωνικές τάξεις άρεσε η μουσική, το τραγούδι και ο χορός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου