Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ

Το Γυμνάσιο, ως γνωστόν, αποτελεί το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (Δημοτικό) και το Λύκειο. Τα τρία χρόνια της γυμνασιακής φοίτησης των παιδιών ολοκληρώνουν ουσιαστικά – ας μας επιτραπεί ο όρος – την «παιδική αντίληψη» του σχολείου και της μάθησης που επικρατούν μέχρι εκείνη τη στιγμή στη συνείδηση του παιδιού και εισάγουν τον έφηβο πλέον σε μια νέα νοοτροπία διαφορετική και πολύ κοντινή στον τρόπο σκέψης του Λυκείου. Δύο είναι οι βασικοί, σχετικοί με την εκπαίδευση βέβαια, παράγοντες που χαρακτηρίζουν αυτή τη μετάβαση: α) η επαφή των παιδιών – για πρώτη φορά στη ζωή τους – με ένα σύστημα εξετάσεων στο τέλος της σχολικής χρονιάς και β) η γνωριμία με πολλά νέα μαθήματα (π.χ. αρχαία ελληνικά) και η αναβαθμισμένη διδασκαλία όλων των άλλων γνωστών (π.χ. μαθηματικά, ιστορία, φυσική, χημεία). Ας δούμε λίγο αυτούς τους δύο παράγοντες.

Αρχικά, η πρώτη γνωριμία με τις τελικές εξετάσεις των σχολικών μαθημάτων δημιουργεί στο παιδί ένα έντονο αίσθημα άγχους, που μεγεθύνεται όσο πλησιάζει ο Μάιος. Πράγματι, σε όλες τις τάξεις της δημοτικής εκπαίδευσης, το μικρό παιδί δεν έχει ξανασυναντήσει μία ανάλογη πίεση ούτε έχει αποκτήσει σχετική εμπειρία, που θα μπορούσε ενδεχομένως να το βοηθήσει στην καλύτερη δυνατή προετοιμασία του. Στη συνείδηση του μαθητή της πρώτης τάξης του Γυμνασίου η άνοιξη θα έπρεπε να αποτελεί μια εποχή – προάγγελο των καλοκαιρινών διακοπών και όχι περίοδο σκληρής και δύσκολης προετοιμασίας για τις ετήσιες εξετάσεις του σχολείου. Κάπως έτσι ίσως θα μπορούσε να εξηγηθεί και η παταγώδης αποτυχία των περισσότερων μαθητών της πρώτης Γυμνασίου να ανταποκριθούν με επιτυχία στις εξετάσεις αυτές. Η έλλειψη ανάλογης εμπειρίας και η άγνοια για τον ορθό τρόπο προετοιμασίας επιδρούν καταλυτικά και συνήθως αρνητικά στα τελικά αποτελέσματα.

Για τους μαθητές, βέβαια, της δεύτερης και τρίτης τάξης του Γυμνασίου το «άγχος του πρωτάρη» δεν υπάρχει! Και αν ακόμα υπάρχει, είναι σαφώς μικρότερο από αυτό που είχαν τα παιδιά αυτά ως «πρωτάκια». Σταθερό όμως παραμένει πάντα το πρόβλημα της κατάλληλης και μεθοδικής προετοιμασίας σε όλα τα μαθήματα, προκειμένου να επιτύχουν καλά αποτελέσματα. Θα ρωτήσει κάποιος: «Γιατί είναι τόσο σημαντικό για έναν μαθητή δευτέρας ή τρίτης Γυμνασίου να επιτύχει καλά αποτελέσματα στις ετήσιες εξετάσεις του σχολείου, από τη στιγμή που αυτές οι εξετάσεις δεν αποτελούν κριτήριο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά μόνο για την αξιολόγηση του βαθμού αφομοίωσης των γνώσεων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς;».

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι το ερώτημα αυτό ουσιαστικά δεν έχει βάση! Δεν έχει βάση, εάν λάβουμε υπόψη την ψυχολογική διάσταση, που έχουν για το μαθητή οι εξετάσεις και ο τελικός βαθμός, αλλά και την αξία των γνώσεων που αποκτά στα τρία χρόνια της γυμνασιακής του φοίτησης. Από τη μια, είναι σημαντικό για κάθε νέο παιδί να αισθάνεται σιγουριά και ασφάλεια με τα μαθήματα του σχολείου, να έχει καλές επιδόσεις σε όλα τα μαθησιακά αντικείμενα και να κερδίζει καλούς βαθμούς στις ετήσιες εξετάσεις. Το ψυχολογικό αντίτιμο για όλα αυτά είναι τεράστιο και πολύτιμο για το μέλλον. Αλλά και από την άλλη, δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία των γνώσεων που λαμβάνει το παιδί στο Γυμνάσιο. Πολύ συχνά σήμερα ακούμε καθηγητές, που διδάσκουν π.χ. μαθηματικά δεύτερης τάξης Λυκείου, να επισημαίνουν στους μαθητές: «Αυτά είναι πολύ βασικά και τα μάθατε στη δευτέρα Γυμνασίου! Πώς είναι δυνατό να μην τα ξέρετε;»! Και όμως, οι περισσότεροι μαθητές σήμερα φθάνουν στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου, λίγους μήνες πριν τις κρίσιμες Πανελλαδικές και αγνοούν βασικές και πολύ απαραίτητες γνώσεις, που υποτίθεται θα έπρεπε να κατέχουν ήδη από τα γυμνασιακά χρόνια. Το έλλειμμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη αρνητική σημασία για τα φιλολογικά μαθήματα, αφού, ως γνωστόν, τα κενά στα φιλολογικά μαθήματα – που σε πολλές περιπτώσεις δεν οφείλονται μόνο στους μαθητές, αλλά και στον κακό προγραμματισμό και στην κακή οργάνωση του Γυμνασίου, καλύπτονται – αν καλύπτονται ποτέ – πολύ δυσκολότερα από τα κενά των άλλων μαθημάτων. Και ερχόμαστε έτσι στον δεύτερο κρίσιμο παράγοντα, την αναβαθμισμένη – συγκριτικά με το Δημοτικό – διδασκαλία όλων των μαθημάτων και τη διδασκαλία νέων αντικειμένων στο Γυμνάσιο, – για την περίπτωσή μας – τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και την πρώτη επαφή των μαθητών με την αρχαία ελληνική γλώσσα.

Με μία μεταρρύθμιση ιστορικής σημασίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Υπουργείο Παιδείας εισήγαγε τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών ήδη από την πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Παρά τις ομολογουμένως θετικές επιπτώσεις που έχει αυτή η κίνηση, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε και τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά στο πραγματικά δύσκολο αυτό μάθημα. Η γενική διαπίστωση – μετά από αρκετά χρόνια εφαρμογής της ρύθμισης – είναι ότι ελάχιστοι μαθητές κατορθώνουν σήμερα να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στις απαιτήσεις του μαθήματος. Και γι’ αυτόν τον λόγο, τα μεγάλα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν στα Αρχαία του Λυκείου, είναι απολύτως φυσιολογικά, δικαιολογημένα και δυστυχώς αναμενόμενα. Κάτι ανάλογο ισχύει βέβαια και για τη γυμνασιακή διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας. Το δημόσιο σχολείο με τον κακό προγραμματισμό του και την απώλεια μεγάλου αριθμού διδακτικών ωρών κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς αδυνατεί ουσιαστικά να παράσχει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στέρεες βάσεις στη γλωσσική κατάρτιση των παιδιών. Τα αποτελέσματα αυτής της πραγματικότητας είναι εμφανή στις επιδόσεις των μαθητών στην Έκφραση – Έκθεση του Λυκείου, ένα μάθημα Γενικής Παιδείας και επομένως κρίσιμο και σημαντικό για όλους τους μαθητές και όχι μόνο για τους μαθητές της Θεωρητικής Κατεύθυνσης.

Είναι επιτακτικό να γίνει συνείδηση από όλους, ακόμα και από τους γονείς που δεν το έχουν ακόμα αντιληφθεί, ότι το Γυμνάσιο δεν είναι τόσο η συνέχεια του Δημοτικού, αλλά κυριότερα είναι το προοίμιο του Λυκείου, όπου κρίνονται πολλά για τη ζωή και το μέλλον των παιδιών. Οι μαθητές του Γυμνασίου δεν επαναλαμβάνουν τις γνώσεις του Δημοτικού με καλύτερο τρόπο, όπως ίσως να πιστεύουν μερικοί, αλλά έρχονται σε επαφή με νέες γνώσεις και προετοιμάζουν το έδαφος για την είσοδο στα δύσκολα λυκειακά χρόνια, εκεί όπου η επιτυχία εξαρτάται από τις γνωστικές βάσεις, που έχουν τεθεί τα προηγούμενα έτη, στα μαθησιακά αντικείμενα που αξιολογούνται στις Πανελλαδικές. Το Λύκειο δεν αποτελεί μια τριετία αποκομμένη από τα προηγούμενα μαθητικά χρόνια. Αντιθέτως μάλιστα, το Λύκειο είναι η συνέχεια του Γυμνασίου και δεν είναι τυχαίο ότι οι καλοί μαθητές του Γυμνασίου εξακολουθούν να παρουσιάζουν εξαιρετικά θετικές επιδόσεις και στο Λύκειο, ενώ οι αδύναμοι μαθητές του Γυμνασίου δύσκολα επιτυγχάνουν να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις του Λυκείου.

Ιδιαίτερα για τα φιλολογικά μαθήματα αυτές οι επισημάνσεις έχουν ξεχωριστή σημασία. Διότι εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι μια κακή ορθογραφία ή μια κακή έκφραση στο μάθημα της Έκθεσης θεραπεύεται πολύ δυσκολότερα στη δευτέρα ή στην τρίτη Λυκείου απ’ ότι η άγνοια μιας μαθηματικής εξίσωσης ή ενός κανόνα της Φυσικής. Θεωρούμε πολύ ικανοποιητικό το γεγονός ότι πολλοί γονείς σήμερα αντιλαμβάνονται την ανάγκη για την έγκαιρη αντιμετώπιση των μαθησιακών προβλημάτων των παιδιών τους ήδη από τις τάξεις του Γυμνασίου. Παράλληλα, όμως, νιώθουμε και μεγάλη απογοήτευση από το μικρό ακόμα – συγκριτικά με τις ανάγκες – ενδιαφέρον, που αφιερώνει η ιδιωτική εκπαίδευση στο Γυμνάσιο.


Δ. Μ. Περβολιανάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου